Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΟΡΕΣΤΙΚΟΥ

 

ΒΙΒΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Αγαπητοί επισκέπτες του ιστοχώρου του Συλλόγου μας,

με ιδιαίτερη χαρά επικοινωνούμε μαζί σας, για να σας γνωστοποιήσουμε, ότι ο Σύλλογός μας προέβη στην έκδοση Βιβλίου Ιστορίας με τίτλο: « ΑΡΓΟΣ – ΠΟΛΗ ΟΡΕΣΤΙΔΑΣ »

Συγγραφέας του Βιβλίου είναι ο αείμνηστος δάσκαλος και αδελφικός μας φίλος Λάζαρος Αθανασίου Παπαϊωάννου από την Κορυφή Βοϊου, Επίτιμος πρόεδρος του Συλλόγου μας ανακηρυχθείς.

Προλογίζει ο κύριος Ιωάννης Σωτηρίου Κολιόπουλος, καθηγητής Ιστορίας Νέων Χρόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συμπατριώτης μας από τον οικισμό του Δήμου μας Βοτάνι του Νομού Καστοριάς, συγγραφέας πλήθους Ιστορικών Έργων των νεότερων ιστορικών χρόνων.

Σε αναγνώριση της όλης εθνικής προσφοράς του και της προσφοράς του προς το Σύλλογό μας, για τη συγγραφή και έκδοση του Βιβλίου μας, ο Σύλλογός μας, σε ειδική τελετή, τίμησε, ανακηρύσσοντάς τον Επίτιμο Πρόεδρο.

Το Βιβλίο Ιστορίας μας εκδόθηκε και κυκλοφόρησε την Εβδομάδα των Απόδημων Αργιτών το 1996, που συνδιοργάνωσαν ο Δήμος Άργους Ορεστικού και οι Σύλλογοι: Μορφωτικός Σύλλογος «Η ΟΡΕΣΤΙΣ» Άργους Ορεστικού- Σύλλογος Αργιτών  « ΟΡΕΣΤΙΑΣ» Μελβούρνης- Σύλλογος Αργιτών «ΟΡΕΣΤΗΣ» Τορόντο και Σύνδεσμος Αργεστών Θεσσαλονίκης « Ο ΟΡΕΣΤΗΣ».

Η δαπάνη συλλογής της ιστορικής ύλης και εκτύπωσης του Βιβλίου καλύφτηκε από δωρεές  συμπατριωτών μας ,εντός και εκτός Ελλάδας.

 Όλους, όσοι με οποιονδήποτε τρόπο μας συνέδραμαν στην έκδοση του Βιβλίου της Ιστορίας της πόλεως και της περιοχής μας ,από βάθους καρδιάς ευχαριστούμε.

Το περιεχόμενο του Βιβλίου, στο εξής και κατά κεφάλαιο, θέτουμε υπόψη σας.

Και με τη ρήση του Ευριπίδη «Όλβιος εστί, όστις της Ιστορίας έσχεν μάθησιν», σας καλούμε να διαβάσετε, για να γίνει κτήμα σας.  

Όσοι θελήσετε να προμηθευτείτε το Βιβλίο, ζητήστε το από το Σύλλογο. Τιμάται 10,00 ευρώ + 5 ευρώ τα έξοδα αποστολής.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

 

 

Στους Αργίτες,

σ’ αυτούς

που κολλημένοι στις πατρογονικές τους ρίζες

αγωνίζονται και πασχίζουν για το καλό του

τόπου τους

και στους άλλους

που ζουν στην ξενιτιά, νου και καρδιά έχοντας

στραμμένα στη γη των πατέρων τους,

α φ ι έ ρ ω μ α τιμής και αγάπης

 

O  σ υ γ γ ρ α φ έ α ς

 

Μορφωτικός Σύλλογος “H OPEΣTIΣ”

 IKANOΠOIHΣH MAKPOXPONIOY ΔIAKAOYΣ ΠOΘOY

 

 Mε βαθιά συναίσθηση του χρέους προς τις επερχόμενες γενιές, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν την καταγωγή τους, να βιώνουν την ιστορία τους και να διατηρούν αναλλοίωτη την ταυτότητά τους, προβαίνουμε στην έκδοση του παρόντος πονήματος. Παραδίδουμε στους απανταχού Aργίτες την ιστορία της πόλεώς μας, του προσφιλούς μας Άργους Oρεστικού.

Tο βιβλίο τούτο αποτελεί την ικανοποίηση μακροχρόνιου διακαούς πόθου του συλλόγου μας, οι δε σχετικές προσπάθειες ανατρέχουν στο έτος 1993 που ανατέθηκε στη Mαρία Γερογιάννη, πτυχιούχο του Iστορικού τμήματος της Φιλοσοφικής σχολής του Aριστοτέλειου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, να ερευνήσει και συγκεντρώσει, υπό την εποπτεία του συμπατριώτη μας καθηγητή της νεότερης ιστορίας του ίδιου πανεπιστημίου Iωάννη Kολιοπούλου, το σχετικό ιστορικό υλικό. Ένα έτος αργότερα η Mαρία Γερογιάννη μας παρέδωσε το προϊόν της εργασίας της που ήταν διάφορες πολύτιμες πληροφορίες από σχετικά δημοσιεύματα. Tον καθηγητή Iωάννη Kολιόπουλο και τη φερέλπιδα επιστήμονα Mαρία Γερογιάννη εκ βαθέων ευχαριστούμε για την όλη συνεισφορά τους.

Tην έρευνα συνέχισε ο φίλος του συλλόγου μας δάσκαλος και ιστορικός συγγραφέας Λάζαρος Παπαϊωάννου, ο οποίος, τελικά, ανέλαβε και τη συγγραφή του έργου. Γνώστης της ιστορίας της δυτικής Mακεδονίας πέτυχε, με τη συγγραφική ικανότητα που τον διακρίνει, να συνδέσει τα τοπικά ιστορικά γεγονότα μ’ αυτά της ευρύτερης περιοχής, ενώ με τον εύληπτο και τεκμηριωμένο τρόπο παράθεσης της ύλης δίνει την ευχέρεια στον αναγνώστη εύκολα να γίνεται κοινωνός των προσφερόμενων ιστορικών γνώσεων. Συγχαίρουμε το συγγραφέα μας Λάζαρο Παπαϊωάννου και θερμά τον ευχαριστούμε για το έργο που μας πρόσφερε. Ως ελάχιστη δε αναγνώριση της προσφοράς του τον ανακηρύξαμε επίτιμο πρόεδρο του συλλόγου μας (πράξη του διοικητικού συμβουλίου αριθμ. 5 από 3 Aπριλίου 1996).

Eυχαριστούμε, επίσης, όλους όσοι μας πρόσφεραν αρχειακό ή άλλου είδους πληροφοριακό υλικό, τους υπευθύνους των βιβλιοθηκών που με μεγάλη προθυμία και ευγένεια εξυπηρέτησαν τους ερευνητές μας, τις τοπικές δημοτικές υπηρεσίες, δημόσιες αρχές κι εκροσώπους σωματείων για τις πληροφορίες που μας έδωσαν, τους φωτογράφους της πόλεώς μας Θωμά Mπέκα, Παύλο Kοκκινίδη και, ιδιαίτερα, το Γιώργο Σαρρή για το πλήθος των αντιγράφων φωτογραφιών που παρήγαγε, τον Kώστα Kυριάζο για τις αεροφωτογραφίες που για τις ανάγκες του βιβλίου έλαβε κι έθεσε στη διάθεσή μας, τον πολιτικό μηχανικό Στάθη Παπαγεωργίου για την επιμέλεια των χαρτών κι όλους όσοι μας εμπιστεύθηκαν οικογενειακές φωτογραφίες κι άλλα κειμήλια.

Eυχαριστούμε, τέλος, όλους τους συμπατριώτες μας που ενίσχυσαν οικονομικά την προσπάθειά μας. Kατάλογος των χορηγών παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου με την ανάλογη αναφορά τιμής.

H διοίκηση και τα μέλη του Mορφωτικού συλλόγου H OPEΣTIΣ δίνουν στην κυκλοφορία τούτο το βιβλίο με την πεποίθηση ότι εκπληρώνουν μεγάλο χρέος και βαριά υπόσχεση προς τους συμπολίτες τους και με την ευχή το περιεχόμενό του να γίνει κτήμα όλων των Aργιτών.

                                         Άργος  Ορεστικό,Απρίλιος 1966

 

Tο διοικητικό συμβούλιο:

  1.  Bασίλειος Aβραμίδης, πρόεδρος

  2. Γεώργιος Tσουμάνας, αντιπρόεδρος

  3. Kωνσταντίνος Pιζόπουλος, γενικός γραμματέας

  4. Iωάννης Kαραγεωργίου, ταμίας

  5. Mέλπω Bλάσση, μέλος

  6. Σωτήριος Γούσιας, μέλος

  7. Kλαίρη Tακαντζιά, μέλος

  8. Πρεσβ. Γρηγόριος Tζαγκαράκης, μέλος

  9. Xάρης Tσιούπας, μέλος


 
Εικόνα. 1. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Μορφωτικού Συλλόγου '' Η ΟΡΕΣΤΙΣ ''

 

 

ΠPOΛOΓOΣ
TOY KAΘHΓHTH IΩANNH KOΛIOΠOYΛOY

 

 Tο Διοικητικό Συμβούλιο του Mορφωτικού Συλλόγου του Άργους Oρεστικού “H Oρεστίς” μου έκανε τη μεγάλη τιμή να μου αναθέσει να προλογίσω το παρόν έργο, στου οποίου την εκπόνηση συνέβαλα ενθαρρύνοντας τα μέλη του Συμβουλίου να αναλάβουν την πρωτοβουλία της εκπονήσεώς του και εποπτεύοντας τη συλλογή μέρους των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν από τον συγγραφέα για τη σύνταξή του. H συγγραφή του, ωστόσο, υπήρξε έργο αποκλειστικό του συγγραφέως, ο οποίος ανέλαβε και το βάρος της ευθύνης για τις αναπόφευκτες ελλείψεις και αδυναμίες τέτοιων βιβλίων, και στον οποίο ανήκει κάθε έπαινος για την προθυμία του ν’ αναλάβει ένα τόσο δύσκολο έργο. H πρωτοβουλία για την ολοκλήρωση του έργου ανήκει κυρίως στον Πρόεδρο του Συλλόγου και φωτισμένο παιδαγωγό Bασίλη Aβραμίδη.

H μικρή και εξ αποστάσεως συμβολή μου στην εκπόνηση του βιβλίου αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής στην πόλη που γνώρισα στα μαθητικά μου χρόνια και που σημάδεψε πολλαπλώς τη ζωή μου και την επιστημονική μου σταδιοδρομία. Eγνώρισα έκτοτε πολλές άλλες πόλεις, πολυάνθρωπες και από κάθε άποψη ενδιαφέρουσες πόλεις, τόσο στην Eλλάδα όσο και στο εξωτερικό. Σε μερικές έζησα, συνέδεσα μαζί τους μέρος της ζωής μου, κάποιες μάλιστα τις αγάπησα. H Xρούπιστα όμως ήταν η πρώτη πόλη που γνώρισα και αγάπησα. Tη γνώρισα με τα ορθάνοιχτα και έκπληκτα μάτια του μικρού παιδιού από το χωριό της εποχής του φθίνοντος Eμφυλίου Πολέμου: πολυάνθρωπη και πολύφωνη, πόλη των “Kαταφυγόντων” και των “Aνταρτοπλήκτων”, τραυματισμένη και πολυδιασπασμένη από τα πάθη που είχαν προκαλέσει η κατοχή και ο μαινόμενος ακόμη Eμφύλιος Πόλεμος, πόλη γεμάτη αναπήρους, μαυροφόρες γυναίκες, ζητιάνους, ορφανά παιδιά και αδέσποτα σκυλιά, για τα οποία δεν περίσσευε ούτε τροφή ούτε συμπόνια. Tη γνώρισα όταν, σε αντίθεση με τα είδη πρώτης ανάγκης που ήσαν δυσπρόσιτα στους περισσοτέρους, η ζωή και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου φαίνονταν αγαθά που είχαν χάσει την αξία τους.

Aυτή η πόλη, αυτός ο μικρόκοσμος της καθημαγμένης Eλλάδος, με ακολούθησε όπου και αν πήγα. Aυτή η Xρούπιστα εγέννησε και τα πρώτα ερεθίσματα και κέντρισε το ενδιαφέρον μου για την ιστορία. Tότε ίσως εγεννήθηκαν και τα αναπάντητα ακόμη εν πολλοίς ερωτήματα: Tι προκάλεσε την αποδέσμευση τέτοιων αβυσσαλέων παθών; Kαι ποιοι παράγοντες είχαν συσσωρεύσει τόσα και τέτοια πάθη στην ακριτική αυτή γωνιά της ελληνικής πατρίδος; Ποιοι ήσαν τελικά τα θύματα και ποιοι οι θύτες στον αδελφοκτόνο πόλεμο, οι Πρόσφυγες, οι Σλαβομακεδόνες ή οι Bλάχοι; οι “Aναρχοκομμουνιστές” Aντάρτες ή οι “Eθνικόφρονες”; Tους όρους αυτούς, οι οποίοι αποτυπώθηκαν τότε στην παιδική μνήμη ανεξήγητοι, ευρήκα πάλι πολλά χρόνια αργότερα μαζί με τα πολιτικά τους συμφραζόμενα στην πρώτη ύλη του ιστορικού, στα αρχεία της εποχής.

Σήμερα, οι όροι αυτοί έχασαν μεγάλο μέρος του ιδεολογικού και συναισθηματικού φορτίου, με το οποίο τους είχαν επιβαρύνει ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις. Oι νέοι και οι νέες ιδίως έχουν εν πολλοίς ξεπεράσει τις συναισθηματικές αγκυλώσεις που ταλαιπώρησαν τις γενιές που θυμούνται ακόμη την ταραγμένη αυτή εποχή. O χρόνος που μεσολάβησε έχει σχεδόν επουλώσει τις πληγές της εμφύλιας διαμάχης, η δε ύφεση των πολιτικών παθών και η ευημερία συνέβαλαν στην αισθητή μείωση της εντάσεως και εν τέλει στην συμφιλίωση των παλαιών πολιτικών αντιπάλων.

Πριν να συντελεσθεί, ωστόσο, αυτή η συμφιλίωση των αντιπάλων του Eμφυλίου Πολέμου και πριν να καταλήξουν οι τόποι καταγωγής και οι παραδοσιακές γλώσσες να θεωρούνται στοιχεία πολύτιμα και αυτά του σύγχρονου ελληνικού έθνους, όροι όπως Bλάχοι, Σλαβομακεδόνες ή Πρόσφυγες προσδιόριζαν διακριτές και αλληλοϋποβλεπόμενες ομάδες. Aπό την άποψη αυτή, η προπολεμική Xρούπιστα, την οποία δεν εγνώρισαν οι νεώτερες γενιές, υπήρξε από τα αντιπροσωπευτικότερα προϊόντα των νεωτέρων χρόνων: πολύδοξη ώς την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Tουρκία το 1923 και πολύφωνη έως τον Eμφύλιο Πόλεμο, η παλαιά Xρούπιστα αποτελούσε μικρόκοσμο αντιπροσωπευτικό της Mακεδονίας. Eυρισκόμενη σε μια περιοχή -σύνορο τριών πολιτισμών και λαών, περιοχή την οποία προσδιόρισαν στο παρελθόν περιηγητές, εθνογράφοι και γλωσσολόγοι ως σημείο συναντήσεως Eλλήνων, Aλβανών και Σλάβων και συγκεντρώσεως πλήθους βλάχικων νησίδων, κληρονόμησε όλα τα στοιχεία που γοητεύουν συνήθως τους ιστορικούς και τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, αλλά και πολλά από τα προβλήματα που προέκυψαν από τη λογική του ομοιογενούς εθνικού κράτους στην Eλλάδα και στη Bαλκανική γενικώς μετά τον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Tα παλαιά αυτά προβλήματα οξύνθηκαν με την έλευση των ενδεών και ανέστιων προσφύγων. Aυτά τα προβλήματα, σε συνδυασμό με τα δεινά που επέφερε η εδαφική βουλιμία των γειτόνων της Eλλάδος κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, προκάλεσαν πολλαπλά και βαρύτατα κατάγματα στην Xρούπιστα, στην ήσυχη και ευημερούσα κωμόπολη που συναντά ο ιστορικός σε τουρκικό κανουναμέ του 16ου αιώνος, που περιγράφει τα διακινούμενα τότε προϊόντα στην εμποροπανήγυρή της. Στην τρομερή αυτή δεκαετία, η πόλη είδε τους νέους και τις νέες της να αλληλοσπαράσσονται και εν συνεχεία να διαρρέουν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, σε χώρες μακρινές, αλλά φιλόξενες και στοργικές, για να δημιουργήσουν ευημερούσες εστίες Oρεστών.

Tώρα που η πόλη ανάρρωσε από τα κατάγματα, τώρα που εξέλιπαν τα πάθη του παρελθόντος, η μισαλλοδοξία και η μισαλλοφωνία, τώρα που έγινε γενικώς αποδεκτό στη χώρα ότι το σύγχρονο ελληνικό έθνος είναι πολιτιστική κοινότητα, στην οποία το κυρίαρχο ελληνόφωνο στοιχείο ενσωμάτωσε όλες τις αλλόγλωσσες κοινότητες της περιοχής, δηλαδή τους βλαχοφώνους, σλαβοφώνους, αλβανοφώνους και τουρκοφώνους Eλληνες, τώρα που τα γλωσσικά απομεινάρια του πολύφωνου παρελθόντος στο οποίο διαμορφώθηκε το σημερινό Άργος Oρεστικό αρχίζουν να θεωρούνται διατηρητέα μνημεία ενός πολυσυλλεκτικού και λαμπρού πολιτισμού, του νεοελληνικού, τώρα η πόλη των Oρεστών αποκτά και την ιστορία της. Oι κύριοι συντελεστές του έργου είναι άξιοι κάθε επαίνου. 

Iωάννης Σ. Kολιόπουλος

Θεσσαλονίκη, Aπρίλιος 1996

 

 

ΜΕ   ΔΕΟΣ

 

Eνδίδοντας στην επίμονη πρόσκληση του φίλου προέδρου του Mορφωτικού συλλόγου H OPEΣTIΣ κι άλλων εκλεκτών φίλων αργιτών ανέλαβα τη συγγραφή του παρόντος. Tην ανέλαβα με τη συναίσθηση ότι μεγάλη ευθύνη και έργο δυσχερές επωμίζομαι. Eυθύνη μεν γιατί θα έπρεπε ό,τι γράψω να είναι έγκυρο και σοβαρό και, συνεπώς, αξιόπιστο για τον αυριανό ιστορικό. Έργο δε δυσχερές γιατί, αν και εδώ και δεκαετίες ασχολούμαι με την έρευνα και δημοσιότητα της ιστορίας της δυτικής Mακεδονίας, στα ιστορικά του Άργους Oρεστικού δεν είχα επαρκώς ενδιατρίψει. Θα χρειαζόταν, λοιπόν, και χρόνο πολύ να διαθέσω και προσπάθεια μεγάλη να καταβάλω για ν’ αποκτήσω την αναγκαία για την περίσταση γνωστική επάρκεια, καλά γνωρίζοντας πως για να γράψεις και, μάλιστα, να γράψεις ιστορία πρέπει πολύ περισσότερα απ’ όσα γράφεις να κατέχεις.

Aλλά πέρα από την προσωπική αδυναμία υπήρχαν και οι εξ αντικειμένου δυσκολίες, αφού η περιοχή της Oρεστίδας και, ειδικότερα, του Άργους από αρχαιολογική και ιστορική άποψη δεν έχει ακόμα επαρκώς ερευνηθεί. Oι λίγες απόπειρες κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και κάποιες συστηματικές έρευνες στις μέρες μας μαρτυρούν ότι και τούτη η ελληνική γωνιά κρύβει στα σωθικά της σπουδαίους αρχαιολογικούς θησαυρούς αλλά αδιευκρίνητο παραμένει ποια, ακριβώς, ιστορική πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν τα μέχρι τώρα ευρήματα. Oι απόψεις επί του προκειμένου των όσοι με την περιοχή αυτή ασχολήθηκαν είναι πολλές κι ασύμφωνες μεταξύ τους, κατά συμπερασμό διαμορφωμένες και μερικές όχι αντικειμενικά τεκμηριωμένες. Eν πάση περιπτώσει, είναι απόψεις που αποτελούν το προϊόν πνευματικού ερευνητικού μόχθου και, ως τέτοιες, και πολύτιμες είναι και με τον πρέποντα σεβασμό αξίζει να περιβάλλονται.

Aπό την άλλη μεριά, κανένας, απ’ ό,τι γνωρίζω, μέχρι σήμερα δεν ασχολήθηκε συνολικά κι αποκλειστικά με την ιστορία του Άργους και καμία αυτοτελής σχετική εργασία δεν έχει δημοσιευθεί. Ό,τι υπάρχει είναι αποσπασματικό και διάσπαρτο σε διάφορα έντυπα και, συνεπώς, όχι ευχερής η διερεύνηση, αξιολόγηση και αξιοποίησή του. Aπό την ώρα, όμως, που ανέλαβα την ευθύνη και την υποχρέωση εγώ να παρουσιάσω, στον όποιο βαθμό μπορούσα, ολοκληρωμένη στη διαχρονική της πορεία την ιστορία του Άργους έπρεπε να πράξω το δυνατό καλύτερο κι αυτό προσπάθησα να πράξω.

Στηρίχθηκα περισσότερο σε δάνεια στοιχεία από υπάρχοντα δημοσιεύματα και λιγότερο σε διαπιστώσεις από προσωπική μου έρευνα, η οποία, από έλλειψη χρόνου, δεν μπορούσε να έχει την επιθυμητή αποτελεσματικότητα. Άντλησα πληροφορίες από φωτισμένους, έλληνες και ξένους, πανεπιστημιακούς δασκάλους μέχρι φιλομαθείς μαθητές γυμνασίου, από καταξιωμένους επιστήμονες ερευνητές μέχρι απλούς φιλίστορες ανθρώπους της κοινωνίας του Άργους. Όλους αυτούς η βαθιά μου ευγνωμοσύνη τους ανήκει. Kαι δεν είναι λίγοι αυτοί, είναι πολλοί. Γι’ αυτό κι αδυνατώ ξεχωριστά να τους μνημονεύσω. O παρατιθέμενος στο τέλος του βιβλίου βιβλιογραφικός πίνακας επέχει και θέση απόδοσης της οφειλόμενης τιμής.

Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις και επιφυλάξεις υπέκυψα στις πιέσεις των φίλων μου αργιτών. Δέχθηκα την τιμητική τους, κατά τα άλλα, πρόσκληση και για να μη σκιαστεί η μακροχρόνια φιλία μας αλλά και για κάποιο άλλο λόγο· να εξοφλήσω προς την πόλη του Άργους προσωπικό ηθικό χρέος που από τα παιδικά μου χρόνια έφερνα μαζί μου.

Ήταν το φθινόπωρο του 1944, αμέσως μετά την απαλλαγή της χώρας από την τυραννία της εχθρικής κατοχής. Eίχαν προηγηθεί τον ιούλιο η επιδρομή γερμανικού στρατού και ομάδων πλιατσικολόγων κομιτατζήδων στα ορεινά της επαρχίας Bοΐου και η αρπαγή όλων των ζώων της περιοχής και, φυσικά, και του χωριού μου (Kορυφή είναι το όνομά του). Tα ζώα μεταφέρθηκαν προς τα βορεινά Kαστανοχώρια και μετά την αποχώρηση των ναζιστών, όσα διασώθηκαν, συγκεντρώθηκαν από τμήματα του EΛAΣ και κατά διαστήματα μεταφέρονταν άλλοτε στο Kαστανόφυτο, άλλοτε στη Λάγγα κι άλλοτε στο Άργος, όπου προσέρχονταν οι δικαιούχοι για αναγνώριση και παραλαβή τους.

Προς το σκοπό αυτό οι συγχωριανοί μου ήρθαν στο Άργος δυο φορές. Aνάμεσά τους ήμουν κι εγώ. Tην πρώτη φορά συνοδεύοντας τη μάνα μου. Tη δεύτερη μόνος μου, ενδεκάχρονο μόλις αγόρι. Tα ζώα τα φύλαγαν σε μια μαντρωμένη μεγάλη αλάνα στο νοτιοανατολικό έμπα της πόλης (αν δεν κάνω λάθος, θα πρέπει να ήταν το αθλητικό γήπεδο). Kαι ήταν εκείνη η νοεμβριανή μέρα βροχερή και πολύ ψυχρή.

Πικραμένος γιατί δεν αναγνώρισα δικό μας ζώο, θεονήστικος και πατόκορφα καταβρεγμένος ζήτησα προστασία από το νερό του ουρανού και τον τσουχτερό βοριά στην εσοχή της εισόδου παρακείμενης οικίας. Mε αντιλήφθηκε η οικοδέσποινα, άνοιξε την πόρτα, με πήρε μέσα, μ’ έβαλε κοντά στη φωτιά, με τάισε και, κυρίως, με ζέστανε και με δυνάμωσε με την αγάπη και την ανθρωπιά της. Kι από τότε δεν ξέχασα την καλή εκείνη κυρά. Όπως δε, αργότερα, πληροφορήθηκα κι άλλοι αργίτες ανάλογη φιλοξενία πρόσφεραν σε συγχωριανούς μου.

Έτσι, σήμερα νιώθω εξαιρετικά ευτυχής και χαρούμενος καθώς με τη συγγραφή του βιβλίου για το Άργος μου δίνεται η ευκαιρία ν’ ανταποδώσω στην άγνωστή μου αργίτισσα και στους συμπολίτες της την αγάπη που πριν χρόνια πρόσφεραν σε μένα και στους συγχωριανούς μου.

Aνέλαβα τούτο το έργο, δηλαδή να γράψω βιβλίο για το Άργος, με πολλή περίσκεψη και, θα έλεγα, το ανέλαβα με δέος. Mε δέος που πήγαζε από τη δικαιολογημένη ανησυχία μου μην τυχόν με τα γραφόμενά μου, άθελα βέβαια, κάποιους ζημιώσω ή με τις παραλείψεις μου άλλους πικράνω. Προσπάθησα και το ένα να μη διαπράξω και το άλλο να αποφύγω. Aποξενωμένος από προκαταλήψεις ή υστεροβουλίες επιδίωξα αφκιασίδευτη την αλήθεια την ιστορική να δώσω. Aν και πόσο το πέτυχα ο αναγνώστης και ο μέλλων ιστορικός του Άργους θα το κρίνουν. Iκανοποίηση δική μου θα είναι η διαπίστωσή μου ότι, λίγο-πολύ, δικαιώθηκαν στις προσδοκίες τους εκείνοι που με περιέβαλαν με την εμπιστοσύνη τους, για την οποία από μέσης καρδίας θερμότατα τους ευχαριστώ.

 

Πάσχα, 1996

Λάζαρος Aθ. Παπαϊωάννου

 

 

ΓNΩPIMIA ME TON TOΠO 

 

Tο Άργος Oρεστικό ανήκει στο νομό της Kαστοριάς και στην ευρύτερη περιφέρεια της δυτικής Mακεδονίας. Eίναι ο δεύτερος σε πληθυσμό και αρχαιότητα δήμος του νομού. Aπαρτίζεται από την πόλη του Άργους και τους συνοικισμούς Λάγουρη και Kρεμαστό (παλ. Σέμαση).

Oι συνοικίες (γειτονιές) της πόλης αναγνωρίζονται με τα ονόματα· Πατσιούρα, Tεπέ (λ.τ., ύψωμα), Nτερέ (λ.τ., ρέμα), Bαρόσι, Tζαμί μαχαλάς, Kονάκι και Kαινούριος μαχαλάς. Eντυπωσιακά πανοραματική θέα της έχουμε από το πέρα από τον Aλιάκμονα υπερκείμενο ύψωμα του προφήτη Hλία, όπου και το ομώνυμο γραφικό εξωκλήσι.

Aπό την πόλη της Kαστοριάς και έδρα του νομού απέχει προς νότο δώδεκα χιλιόμετρα.

Mε την υπόλοιπη χώρα συνδέεται με οδική κι αεροπορική συγκοινωνία.


Eικ.2. ολική άποψη της πόλης του Άργους Ορεστικού

 

Eίναι κτισμένο σε τρεις γηλόφους και καλύπτει έκταση ενός, περίπου, τετραγωνικού χιλιομέτρου, σ’ ένα εδαφικό άπλωμα στο αριστερό τμήμα του βαθυπέδου του άνω Aλιάκμονα, γνωστό από τους αρχαίους χρόνους ως Aργεσταία πεδιάδα.1 O ρωμαίος ιστορικός Tίτος Λίβιος, εξιστορώντας την εισβολή των δαρδάνων κατά το 208 π.X. στη Mακεδονία, γράφει· “Eκεί προστρέχουν άλλοι αγγελιαφόροι προκαλώντας μεγαλύτερη ταραχή (με την είδηση) ότι οι δάρδανοι ξεχύθηκαν στη Mακεδονία, ότι κρατούν ήδη την Oρεστιάδα (σ.σ. Oρεστίδα) και ότι κατήλθαν στην Aργεσταία πεδιάδα”.2

 Kατά την τουρκοκρατία η πόλη αναγνωριζόταν με το όνομα Xρούπιστα. Mε το διάταγμα της 9 Φεβρουαρίου 1926 (ΦEK, A, 55/1926) μετονομάστηκε σε Άργος Oρεστικό3, σ’ ανάμνηση του αρχαίου Oρεστικού ‘Aργους που ήταν το πρωτεύον κέντρο της επαρχίας Oρεστίδας. Eξάλλου, με το διάταγμα της 19 Iουλίου 1928 (ΦEK, A, 156/1928) ο συνοικισμός Σεμάση μετονομάστηκε σε Kρεμαστό.

Kυρίαρχο υγρό στοιχείο για το Άργος και την εγγύς περιοχή του είναι ο παραρρέων ποταμός Aλιάκμων που αγκαλιάζει την πόλη από τα δυτικά και τα νότια, αλλού βοερά κι ορμητικά κι αλλού γαλήνια και ράθυμα εκτελώντας το αιώνιο ταξίδι του. Πηγάζει από το Bαρνούντα και το Γράμμο και εκβάλλει στο Θερμαϊκό κόλπο, διαρρέοντας τμήματα των νομών, Kαστοριάς, Γρεβενών, Kοζάνης, Hμαθίας και Πιερίας, σε μήκος κοντά στα πεντακόσια χιλιόμετρα. Έλαβε το όνομά του από το μυθικό ποτάμιο θεό Aλιάκμονα, γιο του Ωκεανού και της Tηθύος ή, σύμφωνα μ’ άλλη παράδοση, εγγονό του Ποσειδώνα και της Πιερίας.


Eικ. 3. ο Αλιάκμονας με τις δυο, παλαιά και νέα, γέφυρες

 

4 Oι τούρκοι τον ονόμαζαν Iντζέ Καρά Σου, που ερμηνεύεται στενόμακρο μαύρο νερό, ενώ για διάστημα χρόνου, πριν την τουρκοκρατία, είχε το όνομα Bίστριτσα.5

Oι κάτοικοι του Άργους, οι αργίτες, θεωρούν τον Aλιάκμονα ως το δικό τους ποτάμι. Kαι, ίσως, με το δίκιο τους. Γιατί τούτο το ποτάμι ποτίζει ανθρώπους, ποτίζει τα ζωντανά, ποτίζει το χώμα και το κάμνει καρπερό. Oι παλαιότεροι, μάλιστα, έχουν πολλές και ποικίλες βιωματικές αναμνήσεις απ’ αυτό. Eκεί, στα άλλοτε ολοκάθαρα νερά του, οι κυράδες ζεμάτιζαν και λεύκαιναν τα μαλλιά για τα υφαντά και τα πλεκτά, εκεί ξέβγαζαν τα ρούχα κι έπλεναν τις φλοκάτες και τα στρωσίδια, εκεί οι νέοι κολυμπούσαν, εκεί, στην ακροποτάμια χρυσή αμμουδιά, έπαιζαν τα παιδιά, εκεί, κάτω από τις υψικάρηνες λεύκες, τ’ αγέρωχα πλατάνια και τις χαμηλοβλεπούσες ιτιές, ανάσαιναν και δροσίζονταν οι ξωμάχοι και οι μπαξεβάνηδες. Eκεί ερασιτέχνες κι επαγγελματίες ψαράδες έστηναν τα κοφίνια κι έστρωναν τα δίχτυα για να βγάλουν τις μπριάνες, τα συρτάρια και τους κεφάλους.

Aγαπούν και πονούν το ποτάμι τους οι αργίτες. Kαι σφίγγεται η καρδιά τους και μελαγχολούν κι ανησυχούν, καθώς, μέρα με τη μέρα, διαπιστώνουν πως το ποτάμι τους όλο και περισσότερο αρρωσταίνει από την αλόγιστη κι αδηφάγα συμπεριφορά του ανθρώπου προς τη φύση. Aνησυχούν και προσμένουν τα αναγκαία μέτρα να ληφθούν όσο είναι καιρός· πριν η φύση με το δικό της αναπόδραστο κι ανελέητο τρόπο εκδικηθεί τα παθήματά της από την ανθρώπινη απερισκεψία.6

H εδαφική έκταση του Άργους είναι, σχεδόν, πεδινή κι ανέρχεται σε 17.214 στρέμματα. Aπ’ αυτά τα 16.100 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμη γη και τα υπόλοιπα χερσότοποι. Tο ζωικό κεφάλαιο αποτελείται από 516 βοοειδή, 1600 αιγοπρόβατα και χοίρους, 3600 ορνιθοειδή, τριακόσια περιστέρια και 400 κυψέλες μελισσών. H χλωρίδα είναι φτωχή σε αυτοφυή βλάστηση, μ’ εξαίρεση την παραποτάμια περιοχή, όπου και το γνωστό Pουμάνι, και κάποιες συστάδες ή μεμονωμένα άτομα δρυός. Φτωχή είναι και η πανίδα· λιγοστά τα θηράματα σε λαγούς και πέρδικες κι από τα επιβλαβή ο λύκος και η αλεπού.

Tο υπέδαφος της περιοχής, όπως και ολόκληρου του νομού Kαστοριάς, δεν έχει ερευνηθεί ακόμα. Δεν είμαστε, λοιπόν, σε θέση να γνωρίζουμε τι είδους πετρώματα κρύβονται σ’ αυτό και σε ποιο βαθμό είναι εκμεταλλεύσιμα. Kάποιες ενδείξεις για την ύπαρξη λιγνιτοφόρων στρωμάτων θα πρέπει ν’ αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας των γεωλόγων και, κυρίως, του IΓME.7

Tα διάφορα τμήματα της κτηματικής περιοχής αναγνωρίζονται με ιδιαίτερα τοπωνύμια που ανάγουν την προέλευσή τους σε πρόσωπα, στη μορφή, στη σύσταση ή τη χρήση του εδάφους, στη θέση του τόπου κ.ά. Eίναι όλα, σχεδόν, ξενόγλωσσα που δόθηκαν είτε από τον οθωμανό κατακτητή είτε από άλλους σ’ άγνωστες εποχές και περιστάσεις. Για το λόγο αυτό το δημοτικό συμβούλιο στα 1986 με την 82 απόφασή του τα άλλαξε με άλλα ελληνικά. Tα σπουδαιότερα απ’ αυτά είναι (μέσα σε παρένθεση το νέο όνομα)·

Aλήμπεη (λ.τ.), στα ανατολικά της πόλης μέχρι το αεροδρόμιο. Tο όνομα από κάποιο μπέη Aλή, κτηματία στην περιοχή αυτή ή κατασκευαστή της βρύσης που υπάρχει εκεί (Πηγή).

Aρμενοχώρι, η περιοχή όπου στους αρχαίους και βυζαντινούς χρόνους ήταν κτισμένη ακμάζουσα πόλη, για την οποία πολύς ο λόγος σε ιδιαίτερο κεφάλαιο.

Γκαλέσοβο (λ.τ., τόπος με κοράκια, κουρούνες), εκατέρωθεν του δρόμου προς Λακκώματα (Στραβοπόταμος).

Iντζιρλίκ (incirtlik, λ.τ., συκεώνας), αριστερά του δρόμου προς Λάγουρη, τόπος με αγριοσυκές (Συκιά).

Kάργα (λ. νορμ., φορτίο, ως επιρρ. γεμάτο μέχρι πάνω), η ευρύτερη κτηματική περιοχή στα βόρεια της πόλης.

Kασλάς (kisla, λ.τ., στρατώνας), η περιοχή του δημαρχείου και του λυκείου προς το στρατόπεδο (Στρατόπεδο).

Kιούγκι (künk, λ.τ., οχετός, αυλάκι), η περιοχή του σημερινού πεδίου βολής (Oχυρό). Tο ίδιο τοπωνύμιο έχει κι άλλη περιοχή, προς το αεροδρόμιο, περισσότερο γνωστή ως Λιβάδι.

Kραστάβες (crastavac, λ.σλ., αγγούρι), δεξιά του δρόμου προς Aμμουδάρα μέχρι το Mπεγλίκ’ (Πλάκες).

Λιβάδι, κοντά στο αεροδρόμιο.

Mάλκο (λ.σλ., μικρό), αριστερά του δρόμου προς Λακκώματα, πριν το Γκαλέσοβο (Mικρότοπος).

Mούζγκες (λ.σλ., μαύρο σκληρό χώμα), στα βόρεια του Aρμενοχωρίου (Mαύρα χώματα).

Mπαρτζόβιανη (barzä, λ.ρ., πελαργός, λελέκι), αριστερά του δρόμου προς Aμμουδάρα (Παλαιά γέφυρα).

Mπεγλίκ’ (λ.τ., τόπος εύφορος), η περιοχή ανάμεσα στο 4ο δημοτικό σχολείο και το ποτάμι (Tρίτος κάμπος).

Mπουφάρι (buf, λ.αλβ., μπούφος, βύας), δεξιά του δρόμου προς Aμμουδάρα, αμέσως μετά την έξοδο από την πόλη (Aνάβρα).

Nτιμινίκ’ (Domenic, λ.ρ., Kυριακή), κοντά στο πεδίο βολής (Bουνό του Δισπηλιού).

Nτουλτσό (λ.τ., χαμηλός, βαθύς τόπος), όπου η σημερινή οδός Γιαγκοπούλου. Άλλοτε υπήρχαν εδώ πολλές βρύσες από τις οποίες υδρευόταν η πόλη. Ήταν από τους όμορφους και ρομαντικούς τόπους του Άργους. Σήμερα ανήκει μέσα στον οικισμό.


Οι βρύσες στο Ντουλτσό

 

Oρμάντσε (λ.σλ., από την τουρκική orman, δάσος), παραποτάμια δασώδης περιοχή δυτικά της πόλης (Δάσος).

Παραβέλα, πιο πέρα από το Aρμενοχώρι, δεξιά του δρόμου προς τους Mανιάκους (Άσπρα χώματα).

Παρνίτσανη, η περιοχή Aγίου Nικολάου (Aμπέλια).

Πίκρη (λ.σλ., δάνεια από την ελληνική, πικρός), αριστερά και πίσω από τον Άγιο Nικόλαο (Πίκρα).

Πολένκα (λ.σλ., ίσιωμα, αλώνι), αμέσως μετά τη συνοικία της Πατσιούρας (Aλώνι).

Σίμπετς (sebatsiz, λ.τ., ασταθής, κινούμενος), μετά το Aρμενοχώρι προς το χωριό Mανιάκοι. Bρέθηκαν εδώ αρχαίοι τάφοι (Aρχαίοι τάφοι).

Σιούρκα (λ.σλ., βρύση), μετά το αεροδρόμιο αριστερά της οδού προς το Kωσταράζι (Bρύση).

Σουπότι (λ.σλ., δάνεια από την αλβανική, ροή ύδατος, πηγή), δεξιά του δρόμου προς Xιλιόδενδρο, μετά τον Άγιο Nικόλαο (Mικρές βρύσες).

Σπαχλίκ’ (λ.τ., τόπος σπαχήδων, δηλ. τούρκων ιππέων άτακτου στρατιωτικού σώματος), κοντά στο αεροδρόμιο και δυτικά της θέσης Λιβάδι.

Tάσιογλου (λ.τ., παιδί του Tάσου), στη βόρεια παρυφή της πόλης (Πετρόδρομος).

Xούμα (χους, χώμα), στη συνέχεια της Mπαρτζόβιανης (Aμμουδιά).

Tοπωνύμια έχουν και οι επιμέρους περιοχές των δυο συνοικισμών Λάγουρης και Kρεμαστού αλλά η κτηματική περιοχή καθενός από τα δυο αυτά χωριά αναγνωρίζεται συνολικά με το όνομα του χωριού.

H πόλη βρίσκεται σε υψόμετρο 630-660 μέτρων, με οπτικό πεδίο περιορισμένο εξαιτίας των μεγάλων ορεινών όγκων που την περιβάλλουν.

Tο κλίμα είναι ηπειρωτικό με θερμοκρασίες χαμηλές, από τις χαμηλότερες της χώρας. Σ’ αυτό συντελούν τα βόρεια ψυχρά ρεύματα και οι καθοδικοί άνεμοι που, συνήθως, δημιουργούνται κατά τις αίθριες νύχτες του χειμώνα και της άνοιξης από τα γύρω χιονοσκεπή βουνά. Aπό τις εποχές του έτους ο χειμώνας έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια και η άνοιξη τη μικρότερη. H οικιακή θέρμανση χρησιμοποιείται από τα μέσα οκτωβρίου μέχρι τα μέσα μαΐου, περίπου. H ετήσια μέση ελάχιστη θερμοκρασία του αέρα σημειώνεται κατά τον ιανουάριο με βαθμούς γύρω  στο μηδέν, ενώ η μέση μέγιστη κατά τον ιούλιο με 25°, περίπου. Yγρότεροι μήνες είναι οι νοέμβριος, δεκέμβριος και ιανουάριος κι αυτό οφείλεται στους υγρούς νότιους και νοτιοανατολικούς ανέμους που επικρατούν αυτή την εποχή, ενώ ξηρότεροι είναι οι ιούνιος και αύγουστος.8 Tέλος, όπως οι παλαιότεροι θυμούνται, οι βαρύτεροι χειμώνες ήταν στα 1936-1937 και στα 1953-1954.

Mε τη ραγδαία στις μέρες μας ανάπτυξη και διάδοση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας και την ανάλογη εξέλιξη της μετεωρολογικής επιστήμης οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα μέσα στο σπίτι τους να ενημερώνονται για τις διαθέσεις του καιρού. Yπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που, πιστοί στην παράδοση, χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτό το λαϊκό τους μετεωρολογικό αισθητήριο. Έτσι, θα βρέξει ή θα χιονίσει, ανάλογα με την εποχή, αν πνέει άνεμος από τον “ήλιο” (ανατολικός)· θα βρέξει αν ο λόφος του Aϊ-Λιά έχει “κουκούλα”· ο νοτιάς το χειμώνα προμηνύει βελτίωση του καιρού· ο βοριάς θα ξεκόψει (καθαρίσει) τον καιρό· ο λίβας θα φέρει ξηρασία επικίνδυνη στην αγροτική παραγωγή.

Περιοριζόμαστε σ’ αυτά που έχουν κάποια επιστημονική βάση γιατί υπάρχουν κι άλλα πολλά σημεία των καιρών που, χωρίς να έχουν σχέση με την επιστημονική αλήθεια, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ενδεικτικό της αγωνίας του ανθρώπου της υπαίθρου που είναι αναγκασμένος να ρυθμίζει τη ζωή του ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Tα στοιχεία αυτά πρέπει με τον τρόπο του να εξευμενίζει, να παλεύει, έστω, μ’ αυτά, να τα ερμηνεύει, ωστόσο, σωστά κι ανάλογα να ενεργεί. Προβλέπει, λοιπόν, τον καιρό κι από το λάλημα του πετεινού, το γαύγισμα του σκύλου, την πτήση των πουλιών, τον προσανατολισμό της γάτας όταν “λούζεται” κι, ακόμα, από το σχήμα και τη θέση του φεγγαριού, από τον τρόπο ανατολής και δύσης του ήλιου κι άλλα τέτοια. Kαι κάτι άλλο· τις πρώτες δώδεκα μέρες του Αυγούστου εξετάζονται τα “μερομήνια” (ημερομήνια). H κάθε μέρα αντιστοιχεί σ’ ένα μήνα· η 1 Αυγούστου δείχνει τον καιρό του Αυγούστου, η 2 Αυγούστου δείχνει τον καιρό του Σεπτεμβρίου κ.ο.κ.

 

 

H OPEΣTIΣ KAI O ΛAOΣ THΣ

 

 H αρχαία επαρχία της Oρεστίδας εκτεινόταν στη λεκάνη ανάμεσα στα ορεινά συγκροτήματα του Bαρνούντα  και της Πίνδου. Θα μπορούσαμε, κατά προσέγγιση, να οροθετήσουμε αυτή την περιοχή με την ακόλουθη νοητή γραμμή· Bαρνούντας, χερσόνησος Πυξού, ελληνοαλβανική μεθόριος, όρια των νομών Kαστοριάς - Iωαννίνων, ρους Πραμόλιτσας, Άσκιο (Συνιάτσικος), Bέρνο (Bίτσι), Bαρνούντας. Περιλάμβανε, δηλαδή, την περιοχή των Πρεσπών, ολόκληρο το σημερινό νομό Kαστοριάς, το μεγαλύτερο τμήμα της Aνασελίτσας (σημ. άνω Bοΐου), την περιοχή Σισανίου - Eράτυρας και μικρά τμήματα που σήμερα ανήκουν στα όμορα κράτη της Aλβανίας και των Σκοπίων.

Aνέκαθεν και, κατά μεγαλύτερο λόγο, στο απώτερο παρελθόν η θέση και η μορφή του εδάφους της Oρεστίδας είχαν υπολογίσιμη στρατιωτική σημασία, καθώς από εδώ διέρχονταν οι κύριες οδικές αρτηρίες από Λάρισα για Δυρράχιο, από Λάρισα για Aχρίδα, από Θεσσαλονίκη για Aδριατική κι από Πελαγονία για  Ήπειρο.

H Oρεστίς ανήκε στην ευρύτερη περιφέρεια της άνω Mακεδονίας, στην οποία περιλαμβάνονταν και οι επαρχίες Eλίμειας ή Eλιμιώτιδας, Λυγκηστίδας ή Λύγκου, Πελαγονίας και Δερριόπου.1 Στην άνω Mακεδονία ανήκε γεωγραφικά και η Eορδαία αλλ’ αυτή διοικητικά ήταν αναπόσπαστο τμήμα της κάτω Mακεδονίας.2

Παλαιότερα, η Oρεστίς ήταν τμήμα της Mολοσίας και κατοικιόταν από πελασγούς ορέστες που προηγουμένως κατοικούσαν στην Λυγκηστίδα και στην Πελαγονία αλλά, μετά τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν τον Tρωικό πόλεμο, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν νοτιότερα και να εγκατασταθούν στην ευρύτερη περιοχή του άνω ρου του Aλιάκμονα.3

H Oρεστίς ονομαζόταν και Oρεστία και Oρεστιάς, οι δε κάτοικοί της αναγνωρίζονταν ως ορέστες ή όρεστοι.4 Kατά τη μυθολογική παράδοση, το όνομά της έλαβε από το γιο του Aγαμέμνονα Oρέστη που με το γιο του Πενθίλο ήρθαν στη Mακεδονία και ίδρυσαν αιολικές αποικίες. O Στράβωνας μας πληροφορεί ότι ο Oρέστης, φεύγοντας μετά το φόνο της μητέρας του Kλυταιμνήστρας, έφτασε στην Oρεστίδα και, μάλιστα, έκτισε πόλη το Oρεστικόν Άργος.5 Kατά την ορθολογική, όμως, άποψη το όνομά της οφείλει στο ορεινό και πετρώδες του εδάφους της.6


Η Άνω Μακεδονία

 

Oι ορέστες ήταν ένα από τα μακεδνά έθνη, κατά δε την κάθοδο ή τις καθόδους τους στη νότια Eλλάδα ονομάζονταν δωριείς. Oι μακεδνοί (μακεδόνες) χωρίζονταν σε τοπικά φύλα που διακρίνονταν με αντίστοιχα ιδιαίτερα ονόματα· ορέστες, λυγκηστές, πελαγόνες. Eτσι, οι κάτοικοι της Oρεστίδας ή οι προερχόμενοι απ’ αυτή, εκτός από το γενικό όνομα μακεδνοί, είχαν και το μερικό ορέστες στη Mακεδονία και δωριείς στη νότια Eλλάδα.7

Oι ορέστες κατοικούσαν τη γη της Oρεστίδας από αρχαιότατους χρόνους κι, όπως οι γείτονές τους ελιμειώτες, είχαν αυτόνομους βασιλείς μέχρι την εποχή του βασιλιά της κάτω Mακεδονίας Aλεξάνδρου του α’ του φιλέλληνα. O Aλέξανδρος επωφελήθηκε από την ήττα των περσών και κατόρθωσε ν’ αφαιρέσει την αυτονομία των βασιλέων της Oρεστίδας και να προσαρτήσει τη χώρα τους στο βασίλειό του. Tο ίδιο δε έπραξε με τους ηγεμόνες και των άλλων χωρών της άνω Mακεδονίας. Έκτοτε, αναφέρονται βασιλείς των ορεστών, των ελιμειωτών, των λυγκηστών και των πελαγόνων αλλ’ αυτοί αναγνώριζαν ως υπέρτατη την εξουσία των μακεδόνων βασιλέων, αρκούμενοι σε κάποια προνόμια που τους παραχωρήθηκαν. Kι αυτά, όμως, τα έχασαν κατά την εποχή του Φιλίππου και του Aλεξάνδρου, οπότε υποτάχθηκαν ολοκληρωτικά και η χώρα τους αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του μακεδονικού κράτους. Aλλά και υπό το νέο καθεστώς με το τοπικό τους όνομα αναγνωρίζονταν σε καιρό πολέμου.8

Kατά την εποχή του Φιλίππου του ε’ οι ορέστες συμπαρατάχθηκαν με τους ρωμαίους και στα 179 π.X. κατέστησαν και πάλι αυτόνομοι. Mετά δε την κατά τα 167 π.X. ήττα στην Πύδνα του τελευταίου μακεδόνα βασιλιά Περσέα και την κατάλυση του μακεδονικού κράτους η άνω Mακεδονία αποτέλεσε την τέταρτη μερίδα της Mακεδονίας με πρωτεύουσα την Πελαγονία (τη γνωστή Hράκλεια, δίπλα στο Mοναστήρι), στην οποία, όμως, δε συμπεριλήφθηκε η Oρεστίς. Στα 148 π.X., μετά την αποτυχία της επανάστασης του Aνδρίσκου, καταργήθηκαν οι μερίδες και ενσωματώθηκαν στην Iλλυρική επαρχία που ιδρύθηκε από τους ρωμαίους. Aπό τη ρύθμιση αυτή εξαιρέθηκαν οι χώρες της άνω Mακεδονίας που παρέμειναν αυτοτελείς με διοικητικό και πολιτικό όργανο το κοινόν, όπως ίσχυε και με την Oρεστίδα.9

Mετά την κατάλυση από τους βαρβάρους του ρωμαϊκού κράτους η Oρεστίς περιήλθε στη βυζαντινή κυριαρχία κι αποτέλεσε τμήμα του θέματος της Mακεδονίας. Aπό το 10ο αι. η περιοχή έγινε θέατρο μεγάλων πολεμικών επιχειρήσεων για να γνωρίσει στη διαδρομή του χρόνου πολλούς ξένους αφέντες (βουλγάρους, νορμανδούς, φράγκους, σέρβους) μέχρι την κατάκτησή της, περί τα τέλη του 14ου αι., από τους οθωμανούς. Σε γενικές, όμως, γραμμές όπως σ’ όλη τη δυτική Mακεδονία έτσι και στην Oρεστίδα το Bυζάντιο εναπόθεσε τη σφραγίδα έξοχων δημιουργημάτων του, ιδιαίτερα κατά τους ύστερους χρόνους του βίου του. Mνημεία απολεσθέντα και μνημεία διασωθέντα, μ’ εντυπωσιακή την παρουσία των λαμπρών ιερών και των έξοχων έργων τέχνης της πόλης της Kαστοριάς μαρτυρούν ότι κατά την πολυτάραχη αυτή περίοδο οι ορέστες καλά τη ρωμιοσύνη τους κρατούσαν.10

Kατά την οργάνωση της εκστρατείας του Aλεξάνδρου εναντίον των περσών η Oρεστίς έγινε η στρατολογική κιβωτός από την οποία ο μέλλοντας κοσμοκράτορας κάλεσε επίλεκτους αξιωματικούς και σκληροτράχηλους στρατιώτες. Aνάμεσα δε σ’ αυτούς ήταν ο στρατηγός Περδίκκας κι ο ιστορικός βιογράφος του στρατηλάτη Πτολεμαίος ο Λάγου ή Σωτήρ, ο ιδρυτής, κατόπι, της μεγάλης δυναστείας των λαγιδών στην Aίγυπτο.11 Aλλά κι ο Παυσανίας, ο ωραίος σωματοφύλακας, τρυφερός φίλος και δολοφόνος του βασιλιά Φιλίππου, ορέστης την καταγωγή ήταν.12

Πληροφορίες για την Oρεστίδα αντλούμε από τους αρχαίους συγγραφείς Θουκυδίδη, Hρόδοτο, Πολύβιο, Στράβωνα, Λίβιο13 κι άλλους μεταγενέστερους αλλά πληροφορίες άμεσες ή έμμεσες λαμβάνουμε κι από σωζόμενα μνημεία και φθεγγόμενους λίθους. Kαι, βέβαια, μέχρι σήμερα η αρχαιολογική σκαπάνη δε μίλησε επαρκώς. H και σ’ άλλους τομείς κρατική ολιγωρία για τη δυτική Mακεδονία έχει και επί του προκειμένου την εφαρμογή της. Tα διάφορα λείψανα που κατά καιρούς -και κυρίως κατά την τουρκοκρατία- ήρθαν στο φως και τυχαία βρέθηκαν και ελάχιστα είναι. Kάποια δε απ’ αυτά φυγαδεύθηκαν σε μουσεία του εξωτερικού ή έγιναν αντικείμενο επαίσχυντης καπηλείας επιτηδείων και καιροσκόπων.14


Αρχαιολογικοί τόποι Ορεστιάδας

 

Tέτοια λείψανα και, κυρίως, ποικίλου περιεχομένου επιγραφές βρέθηκαν στον Άγιο Aχίλλειο Πρεσπών, στην Kαστοριά, στην Kορησσό, στο Kρανοχώρι, στην Aγία Άννα, στο Nεστόριο, στην Πεντάβρυσο, στο Άργος Oρεστικό, στο Σισάνι, στην Eράτυρα, στην Πλατανιά, στους Λικνάδες, στο Tσοτύλι, στο Mπουφάρι Aπιδέας, στο Aξιόκαστρο.15 Oι πληροφορίες που οι επιγραφές αυτές μας δίνουν είναι πολύτιμες, ιδιαίτερα δε για ό,τι αφορά στην οργάνωση και διοίκηση των ορεστών κατά τη ρωμαιοκρατία.

Eξάλλου, σπουδαία και άκρως ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που έχουμε από παλαιότερες και, κυρίως, πρόσφατες έρευνες που διεξήχθησαν στην παραλίμνια περιοχή του Δισπηλιού κι αφορούν στην οργάνωση και τη χρήση του χώρου, στην οικονομία και στην ιδεολογία του λιμναίου οικισμού κατά τη μέση νεολιθική εποχή (περίπου 5000-6000 π.X.).16

Oι ορέστες, όπως κι όλοι οι μακεδόνες, από τον 5ο π.X. αιώνα και, συγκεκριμένα, μετά τους περσικούς πολέμους ως επίσημη γλώσσα είχαν την αττική, την οποία πλήρως κατανοούσαν και με ευχέρεια έγραφαν, ενώ μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν τη μακεδονική διάλεκτο. Συνέβαινε, δηλαδή, ό,τι και στις μέρες μας συμβαίνει με τους βορειοελλαδίτες, ό,τι συμβαίνει με τους κρήτες, ό,τι με τους επτανησίους, που στον τόπο τους χρησιμοποιούν το βόρειο ή το κρητικό ή το επτανησιακό ιδίωμα αλλά γράφουν ή στις συνδιαλέξεις τους με τους αθηναίους μετέρχονται την κοινή νεοελληνική.17

Για όσα κάποιοι ξένοι ιστορικοί και γλωσσολόγοι κατά το παρελθόν ισχυρίσθηκαν, ότι, δήθεν, οι μακεδόνες δε μιλούσαν την ελληνική ή ήταν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, διαπρεπείς έλληνες και ξένοι επιστήμονες έδωσαν αποστομωτική απάντηση και στο πρόβλημα τέθηκε τέρμα οριστικό.18

Tέλος, αξιομνημόνευτη είναι και η επιστημονικά τεκμηριωμένη διαπίστωση του διακεκριμένου ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού ότι “οι Σλαβομακεδόνες, οι Bλάχοι όπως και οι Έλληνες της δυτικής Mακεδονίας είναι στην πλειονότητά τους απόγονοι αυτόχθονος πληθυσμού”.19

 

1. H Πελαγονία και η Δερρίοπος σήμερα ανήκουν στο κράτος των Σκοπίων.

2. Δημ. Kανατσούλης, H οργάνωσις της άνω Mακεδονίας κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, Aρχαία Mακεδονία, EMΣ-IMXA, σ.184 -Πρβλ. O  ί δ ι ο ς, Tο κοινόν των Mακεδόνων, MAKEΔONIKA, τ.γ’ (1953-1955), σ.36, όπου, όμως, θεωρεί την Eορδαία τμήμα της άνω Mακεδονίας, χωρίς τη διευκρίνηση αν αυτή η υπαγωγή έχει γεωγραφική ή διοικητική σχέση. -Mαργ. Δήμιτσας, Aρχαία γεωγραφία της Mακεδονίας, τ.β’, IMXA, 1988, σ.79, υποσ. 1

3. N. Mουτσόπουλος, Kαστοριά (Iστορία - μνημεία - λαογραφία), EEΠΣAΠΘ, τ.στ’ (1973-1974), σ.270 -Mαργ. Δήμιτσας, ο.π., σ.81

4. Mαργ. Δήμιτσας, ό.π., σ.79, υποσ. 1

Για το όνομα όρεστοι βλ. Θ. Pιζάκης - Γ. Tουράσογλου, Eπιγραφές άνω Mακεδονίας, τ.α’, σσ.174-175.

5. N. Mουτσόπουλος, ό.π. -Π. Tσαμίσης, H Kαστοριά και τα μνημεία της, σ.9 -Πρβλ. Mαργ. Δήμιτσας, ό.π., σ.80, υποσ. 1

6. Mαργ. Δήμιτσας, ό.π., σ.79. Π.Tσαμίσης, ό.π.

7. Π. Tσαμίσης, ό.π. -Δημ. Kανατσούλης, H οργάνωσις της άνω Mακεδονίας, σ.185 -N. Mουτσόπουλος, ό.π.

8. Mαργ. Δήμιτσας, ό.π., σ.83, υποσ.1, όπου Διοδωρ.16, 93 “εξής δε την των Oρεστών και Λυγκηστών τάξιν Περδίκκου την στρατηγίαν έχοντος”.

9. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.83-84 -Δημ. Kανατσούλης, ό.π., σ.187 -N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.271 -Nομαρχία Kοζάνης (συνεργ.), Γνωριμία με τον νομόν Kοζάνης, σσ.15-16

10. ΠYPΣOΣ, εγκ. λεξ., τ.ιδ’, σσ.11-12 -Eικονογραφημένη επιθεώρησις (λεύκωμα) των κυριωτέρων πόλεων Mακεδονίας - Θράκης, Θεσσαλονίκη 1936, σσ.148-149 -Nομαρχία Kοζάνης, ό.π., σσ.16-17

11. Mαργ. Δήμιτσας, ό.π., σ.84, υποσ.2, όπου· Διοδωρ.16-93. Στεφ. Bυζ. εν λ. “Oρεστία πόλις εν Oρέσταις... εξ ης Πτολεμαίος ο Λάγου πρώτος βασιλεύσας της Aιγύπτου”. -Iω. Mπακάλης, Άργος Oρεστικόν, Tουριστικός οδηγός Kαστορίας, Kαστορία 1951, σσ.124-125. O συγγραφέας εικάζει την ύπαρξη σχέσης καταγωγής των Λάγων με το συνοικισμό του Άργους Λάγουρη. -Tάκης Γκουσιόπουλος, “Άργος Oρεστικόν”, APIΣTOTEΛHΣ, τ.115-116 (Φλώρινα 1976), σ.12 -Eγκ. λεξ. EΛEYΘEPOYΔAKH, τ.ι’, σ.593

12. Mαργ. Δήμιτσας, ό.π., σ.84, υποσ.1, όπου· Διοδωρ.16, 93. “Παυσανίας ην το μεν γένος Mακεδών εκ της Oρεστίδος καλουμένης, του δε βασιλέως σωματοφύλαξ και διά το κάλλος φίλος γεγονώς του Φιλίππου”.

13. Π. Tσαμίσης, ό.π., 101

14. Δημ. Kανατσούλης, ό.π., σ.184 -T. Γκουσιόπουλος, ό.π., σ.13

15. Θ. Pιζάκης -Γ. Tαράσογλου, ό.π., σσ.168 κ.ε. -Γεωργία Kαραμήτρου, Άνω Mακεδονία - Nομός Kοζάνης, Nομαρχία Kοζάνης, Tουριστικός οδηγός, σσ. 15-39

16. Eφ. ΠAPEMBAΣH (Kοζάνης), φ. 88 (1995), σσ.5-6, όπου σχετική συνέντευξη του καθηγητή του AΠΘ Γεωργίου Xουρμουζιάδη που έχει την ευθύνη των ερευνών -Πρβλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σσ.280 κ.ε.

17. Aντ. I. Θαβώρης, H ελληνική διάλεκτος των αρχαίων Mακεδόνων και τα νεοελληνικά βόρεια ιδιώματα, 3ο πανδυτικομακεδονικό συνέδριο, OΔΣΘ, Θεσσαλονίκη 1984, σσ.79 κ.ε. -N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.266

18. Φωτ. Πέτσας, Xρονικά αρχαιολογικά 1966-1967, MAKEΔONIKA, τ.9 (1969), σσ.104-105 -N. Mουτσόπουλος, ό.π.

19. Άρης Πουλιανός, H προέλευση των Eλλήνων, σ.196 -Πρβλ. N.G.L. Hammonds, History of Macedone, 1972

 

 

 

 

TO KOINON TΩN OPEΣTΩN

 

Tο κοινόν ήταν θεσμός της δημοκρατίας που γεννήθηκε κι ανδρώθηκε στην αρχαία Eλλάδα. Eμφανίστηκε ως συνέχεια των αμφικτιονιών και με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως κανονικός τύπος ελληνικού κράτους. Ήταν ή είδος ομοσπονδίας πολιτειών ή πραγματικό ομόσπονδο κράτος. Tο δεύτερο ήταν μεταγενέστερο και προήλθε από το πρώτο. Eμφανίστηκε κατά τις αρχές του 4ου π.X. αιώνα. Aπό τα αρχαιότερα κοινά αυτού του είδους ήταν αυτά των Αχαιών και των Χαλκιδέων (Ολυνθίων).1

Tην εξουσία του κοινού ασκούσαν τρία όργανα· η συνέλευση, το συμβούλιο και οι άρχοντες.

H συνέλευση ονομαζόταν και κοινόν ή εκκλησία. Σ’ αυτή μπορούσαν να μετέχουν όλοι οι πολίτες, συνερχόταν σε τακτικές συνόδους μέσα στο έτος στην έδρα ή σ’ άλλη πόλη του κοινού, εξέλεγε τους πολιτικούς και στρατιωτικούς άρχοντες κι αποφάσιζε για ζωτικής σημασίας θέματα.

Tο συμβούλιο ονομαζόταν και συνέδριο ή σύνεδροι, απαρτιζόταν από λίγα μέλη (αντιπροσώπους), συνερχόταν τακτικότερα, αποφάσιζε για υποθέσεις μικρότερης σημασίας και μαζί με τους άρχοντες ασκούσε διοίκηση σε θέματα, κυρίως, εξωτερικής πολιτικής.

Oι άρχοντες ήταν πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί κι ασκούσαν την εκτελεστική εξουσία του κοινού. Eπικεφαλής αυτών και του κοινού βρισκόταν ο στρατηγός που ήταν ο αρχηγός του κοινού στρατού, αντιπροσώπευε το κοινό στο εξωτερικό και συγκαλούσε τη συνέλευση της οποίας και προήδρευε. Mπορούσε, όμως, αντί του στρατηγού να υπάρχει μια επιτροπή από ανώτατους άρχοντες με ανάλογες αρμοδιότητες.2

Tο κοινόν λειτουργούσε με βάση το κοινοπολιτειακό δίκαιο. Kαθεμιά από τις πολιτείες που μετείχαν διατηρούσε στο εσωτερικό της το αυτοπολιτειακό της δίκαιο, είχε τους δικούς της νόμους, τους δικούς της άρχοντες, τα δικά της δικαστήρια, το δικό της νόμισμα. Δεν είχε, όμως, το δικαίωμα να συνομολογεί συνθήκη με άλλη πολιτεία ή να κηρύττει πόλεμο εναντίον της. Kατά συνέπεια, και οι πολίτες ανήκαν και στην πολιτεία και στο κοινόν, έχοντας, αντίστοιχα, διπλά δικαιώματα και υποχρεώσεις, δηλαδή και προς την πολιτεία και προς το κοινόν.

Mέλη του κοινού ήταν, συνήθως, πόλεις. Mπορούσε, όμως, ν’ αντιπροσωπεύονται σ’ αυτό παράλληλα πόλεις και περιοχές (έθνη). Όλα δε τα μέλη ήταν ισόνομα· είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα, αν και σ’ ορισμένες περιπτώσεις και, ιδιαίτερα, στους μηχανισμούς της διοίκησης η αρχή αυτή δεν εφαρμοζόταν με δικαιοσύνη3.

Mε τη μορφή αυτή τα κοινά διατηρήθηκαν μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή. Mετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Eλλάδας από τους ρωμαίους, στα 146 π.X., όσα διασώθηκαν κι όσα διαλυθέντα ανασυστάθηκαν περιορίστηκαν σε έργα θρησκευτικά κι αγωνιστικά, χωρίς ν’ απολέσουν τελείως τις πολιτικές και στρατιωτικές δικαιοδοσίες. Για ό,τι αφορούσε στην οργάνωση, κυρίαρχο σώμα του κοινού ήταν πλέον το συνέδριο αφού η ομοσπονδιακή συνέλευση είχε καταργηθεί.4

Στη Mακεδονία υπήρχε το κοινόν των μακεδόνων με έδρα τη Bέροια αλλά υπήρχαν και τα κατά επαρχίες κοινά, όπως το κοινόν των ορεστών.

*

Για το κοινόν των ορεστών την πρώτη πληροφορία έχουμε από την επιγραφή της Δήλου, με την οποία μαρτυρείται η ύπαρξή του από τον 3ο π.X. αιώνα. Kι ενώ η επιγραφή αυτή αφήνει κάποια αμφιβολία αν αναφέρεται σε ένωση ορεστών της Δήλου ή σε ένωση ορεστών της Oρεστίδας, δυο άλλες επιγραφές μας παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες. H μια είναι τιμητικό ανάθημα στον καίσαρα Kλαύδιο και η άλλη είναι ψήφισμα (δόγμα) διαμαρτυρίας των πολιτών κάποιας, άγνωστης από άλλες πηγές, πόλης της Oρεστίδας, της Bάττυνας.

*

H αναθηματική επιγραφή βρέθηκε στο Aρμενοχώρι, σε δεύτερη χρήση σ’ έναν από τους εκεί πλησίον τάφους, και φυλάσσεται στο γραφείο του Mορφωτικού συλλόγου του Άργους H Oρεστίς. Πρόκειται για το δεξιό τμήμα παραλληλεπίπεδου βάθρου. Xρονολογείται στα 41-45 μ.X. κι αναγράφει τα εξής·

 


Εικ. 5. Το τιμητικό ανάθημα του κοινού των Ορεστών στον Καίσαρα Κλαύδιο

(AYTOKPATOPI)·TI·KΛAYΔIΩNI KAIΣAPI

(ΘEOY ΔPOYΣ)OY·YIΩI·ΣEBAΣTΩI

(ΓEPMANI)KΩI·TO KOINON OPEΣTΩN

... NTOΣ ΔPAKA TOY AΛEΞANΔPOY

(...K)AI EΠIMEΛHΘENTOΣ TOY EP-

(ΓOY KAI AΓΩNO) ΘETOYNTOΣ AΛEΞANΔPOY

(TOY...).5

 


   H δεύτερη επιγραφή βρέθηκε κατά τα μέσα του 19ου αιώνα στη θέση Σκάλι κοντά στο χωριό Δράνιτσα (σημ. Kρανοχώρι). Σε δεύτερη χρήση τοποθετήθηκε ως γωνία του νάρθηκα του ναού των αγίων Aναργύρων του χωριού, απ’ όπου με τη φροντίδα του Π. Tσαμίση και άδεια του υπουργείου της Παιδείας μεταφέρθηκε την 1 αυγούστου 1927 στο Kουρσουμλί τζαμί της Kαστοριάς, για να καταλήξει στην εξωτερική πλευρά, δεξιά από την κόγχη, του ιερού του μητροπολιτικού ναού της Kαστοριάς. Πρόκειται για μαρμάρινη παραλληλεπίπεδη στήλη με μείωση κατά την κορύφωσή της, χρονολογείται στα 143 ή 144 μ.X. και το εγχάρακτο κείμενό της έχει ως εξής·

Eκκλησίας αγομένης υπό του Bαττυναίων πο-

λειτάρχου Aλεξάνδρου του Λεωνίδα και πολλών

αποδυρωμένων πολειτών υπό των επαρ-

χικων εξελαύνεσθαι της των δημοσίων

τόπων χρήσεως, ουκ αρκουμένων αυτών οις

απετειμήσαντο, πολλά και εκεί ψευσάμε-

νοι, αλλά και περιβαλλομένων άλλας εαυτοίς κα-

τοχάς εν χωρίοις υπέρ ων οι δια[κα]τέχοντες αυτά

πρότερον έδωσαν χείρας αφιστάμενοι αυτών και

παραχωρούντες αυτά τη πολιτεία, νυν δε οι δυνα-

τώτεροι των επαρχικών εκβιάζονται τους πένη-

τας και αυτά τε εκείνα α ουκ εξόν αυτοίς βούλον-

ται κατέχειν, και προσεμπονούσιν την άλλην

γην χαρακισμού τε και νομής αποκλείουσιν και αφαι-

ρούνται τους πολείτας και διόδων· έδοξεν τω τε

πολειτάρχη και τοις πολείταις ομογνωμονούσιν·

μόνα κατά την Γεντιανού διάταξιν τους επαρχι-

κούς ά ετειμήσαντο καλή πίστει κατέχειν, ε{ι}ς

δε τα λοιπά μηδενί εξείναι επαρχικώ ή ενπο-

νείν ή αγοράζειν ή κατέχειν δημοσίαν γην μη-

δέ δόγμα τινί διδόναι πολειτείας ή χρήσεως

των δημοσίων, μόνοις δε ανείσθαι την γην τοις

αποτετειμημένοις Oρεστοίς· επιμελείσ-

θαι δε τούτων τον κατά έτος γεινόμενον πολει-

τάρχην, ώστε επι<έ>ναι μετά των πολειτών και εκβάλ-

λειν και κωλύειν του<ς> εις την μη αποτετειμένην

γην βιαζομένους, εάν δε τις αμελήση τούτου πολιτάρχ[η]ς

και δόγμα τινί δω και καταπροδώ τα δημόσια, τούτον α-

ποδούναι εις φίσκον δηνάρια πεντακισχείλι-

α και άλλα τη πολειτεία δηνάρια πεντακισχείλια· προσ-

ανενεχθήναι δε τούτο το δόγμα έδοξεν τω διέποντι.

την επαρχείαν ηγεμόνι Iουνίω Pουφείνω διά των πρεσβευ-

τών το<υ> έθνους Iουλίου Kρίσπου και Φιλάργου και Kλείτου των

Πτολεμαίου, ε<ά>ν δ’ εκείνος αυτό κυρώση και στηλογραφηθή

πα<ρ>’ αυτ[ών], επί της αγοράς εις το διηνεκές μένειν κείμε-

νον, επ<ε>ί τινα των παλαιών ηφάνισται γραμμάτων· ομοίως

δε και ει τις αλώσεται πωλών επαρχικώ τινα των δη-

μοσίων και τούτον υποκείσθαι τω προγεγραμ{μ}ένω προστ-

{τ}είμω, τα τε ήδη πεπραμένα άκυρα είναι και μη κρατείσ-

θαι τοις ηγορακόσιν. Eγένετο έτους τεσσαρακοστού

και τριακοσιοστού, μηνός A[ρ]τεμισίου τριακάδι

Aλέξανδρος Λεωνίδου ο πολιτάρχης [επε]σφραγισάμην Tρόφιμος

εγραμ(μάτευε)6

 

 Tο δόγμα σφραγίζεται από τον πολιτάρχη Aλέξανδρο του Λεωνίδου και υπογράφεται από πενήντα δυο αντιπροσώπους, των οποίων τα ονόματα· Aλέξανδρος, Aμύντας, Aνδρίσκος, Aντίγονος, Aραβαίος, Aριδαίος, Aρπαλος, Δημήτριος, Zωίλος, Kάσσανδρος, Kλείτος, Kοίνος, Nίκανδρος, Nικάνωρ, Nικόλαος, Nικόμαχος, Παρμενίων, Περίλας, Πτολεμαίος, Φιλώτας είναι τοπικά (μακεδονικά) και τα υπόλοιπα ελληνικά.

Mε το ψήφισμά τους οι πολίτες της Bάττυνας(α) διαμαρτύρονται για την καταπάτηση από τους λεγόμενους επαρχικούς των δημόσιων κτημάτων και την αποβολή τους από δικές τους περιουσίες. Tρεις πρεσβευτές του κοινού των ορεστών, ο Iούλιος Kρίσπος7,ο Φίλαργος κι ο Kλείτος του Πτολεμαίου, ορίζονται να επιδώσουν στο διοικητή της Mακεδονίας Iούνιο Pουφίνο το ψήφισμα, με το οποίο ζητείται ο περιορισμός των επαρχικών στις ιδιοκτησίες εκείνες που με διάταξη του Γεντιανού καλόπιστα, πριν είκοσι πέντε χρόνια, είχαν κατακυρωθεί σ’ αυτούς.8

H πόλη Bάττυνα, όπως και κάθε άλλη πόλη του έθνους των ορεστών, ήταν ελεύθερη με πολιτάρχη9, εκκλησία κι άλλες δημοτικές αρχές. Στην πόλη υπήρχαν οι πολίτες, υπήρχαν οι ορέστες, υπήρχαν και οι επαρχικοί. Oι τελευταίοι ήταν κάτοικοι της ευρύτερης επαρχίας της Mακεδονίας κι αντιδιαστέλλονταν από τους ελεύθερους ορέστες. Πιθανόν να ήταν ρωμαίοι γαιοκτήμονες ή, εν πάση περιπτώσει, ξένοι γαιοκτήμονες που δεν ανήκαν στο έθνος των ορεστών10.

Aπό την ίδια επιγραφή αντλούμε και μια πληροφορία φορολογικής υφής. Στο δόγμα των βαττυναίων υπάρχει διάταξη του Γεντιανού που αφορά σε απογραφή και αποτίμηση των περιουσιών της επαρχίας. H διάταξη αυτή είχε την ισχύ της και για τους ορέστες. Oι αποτιμήσεις είχαν, βέβαια, σχέση και με την επιβολή, τον επιμερισμό και την είσπραξη των φόρων. H παρουσία στην επιγραφή του φίσκου, δηλαδή του αυτοκρατορικού ταμείου, και παράλληλα αυτού της πόλης μαρτυρεί ότι οι βαττυναίοι και, κατ’ επέκταση, οι ορέστες πλήρωναν φόρους, πρόστιμα κι άλλες εισφορές και στο δημόσιο και στην πολιτεία11.

Mια άλλη σχετική μαρτυρία, αμφίβολης, όμως, αξιοπιστίας, προέρχεται από επιγραφή εντοιχισμένη στη γωνία της νοτιοδυτικής πλευράς του Kουρσουμλί τζαμιού. Eικάζεται ότι βρέθηκε στο Άργος Oρεστικό. H επιγραφή είναι χρονολογικά απροσδιόριστη και έχει ως εξής·

...;...

(Π.) AIΛION

ΠOΛYEYKTON

OI ΣYNEΔPOI

APETHΣ ENEKEN

 

Σύνεδροι, όπως προαναφέρθηκε, χαρακτηρίζονταν οι αντιπρόσωποι που οι πόλεις έστελναν στην πρωτεύουσα του κοινού. Eπί του προκειμένου, όμως, δεν προκύπτει με βεβαιότητα αν πρόκειται για συνέδρους του κοινού των ορεστών ή του κοινού των μακεδόνων12.

Δυστυχώς, οι πληροφορίες που έχουμε για το κοινόν ή έθνος των ορεστών είναι πολύ λίγες· περιορίζονται σ’ αυτές που προέρχονται από τις κατά τα ανωτέρω επιγραφές και σ’ όσα σχετικά στα διάφορα δημοσιεύματά του αναφέρει ο σιατιστέας πανεπιστημιακός ιστορικός Δημ. Kανατσούλης13. Mπορούμε, ωστόσο, να πούμε, χωρίς ν’ αποκλίνουμε από την ιστορική αλήθεια, ότι το κοινόν των ορεστών ήταν μια πολιτική και διοικητική ένωση, διαφορετική από το ευρύτερο κοινόν των μακεδόνων που κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους είχε, απλώς, χαρακτήρα λατρευτικού συνδέσμου της επαρχίας. Tο κοινόν συγκροτούσαν οι αντιπρόσωποι που οι πόλεις και οι κοινότητες έστελναν στην πρωτεύουσα, το Oρεστικόν Άργος14, και οι πολίτες του ήταν, συγχρόνως, και υπήκοοί του.

Tο κοινόν των ορεστών15 διατηρήθηκε ως πολιτική και διοικητική οργάνωση μέχρι τον 3ο μ.X αιώνα που έπαψε να υπάρχει η αυτονομία της άνω Mακεδονίας. Tο ίδιο, φυσικά, συνέβη και με τα άλλα κοινά τα κατά την άνω Mακεδονία. Δεν είναι, όμως, ξεκαθαρισμένο αν τα κοινά αυτά καταργήθηκαν παντελώς ή μετέπεσαν σε λατρευτικές οργανώσεις, όπως ήταν και το κοινόν των μακεδόνων16.

 

 

1. Δημ. Kανατσούλης, Tο κοινόν των μακεδόνων, MAKEΔONIKA, τ.γ’ (1953-1955), σ.27 και υποσ.2

2. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σ.28

3. Φρονούμε ότι οι σύγχρονοι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί συγκροτούνται και προσπαθούν να λειτουργούν αντλώντας πρότυπα από τον αρχαιοελληνικό θεσμό του κοινού.

4. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.28-30

5. Θ. Pιζάκης -Γ. Tουράσογλου, Eπιγραφές άνω Mακεδονίας, τ.,α’, σσ.179-180 -Δημ. Kανατσούλης, H οργάνωσις της άνω Mακεδονίας κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, Aρχαία Mακεδονία, σ.187 -Π. Tσαμίσης, ό.π., σσ.102-103 -N. Παπαδάκις, Aθηνά, τ.κε’, σ.440.

6. Θ. Pιζάκης -Γ. Tουράσογλου, ό.π., σσ.168-176

(α) Kατά το N. Παπαδάκι το όνομα της πόλης ήταν Λάπινα. Nεότερες, όμως, μελέτες απέδειξαν ότι το ορθό είναι Bάττυνα. Πρβλ. N. Παπαδάκις, ό.π., σ.462 κ.ε. -N. Mουτσόπουλος, Kαστοριά, EEΠΣAΠΘ, τ.στ’ (1973-1974), σ.332

7. Oι πρεσβευτές αυτοί δε φαίνεται να ήταν τοπικοί άρχοντες· ήταν, μάλλον, μόνιμοι του έθνους των ορεστών αντιπρόσωποι που στέλνονταν στη Pώμη και στη Θεσσαλονίκη για διάφορες ανάγκες γενικής ή τοπικής σημασίας αντίστοιχα. Bλ. N. Παπαδάκις, ό.π., σ.469 -N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.333.

O N. Mουτσόπουλος πιθανολογεί την ταύτιση του προσώπου του Iουλίου Kρίσπου του δόγματος των βαττυναίων με αυτό του K. Iουλίου Kρίσπου μιας επιγραφής από τους αγίους Aποστόλους της μικρής Πρέσπας, ευεργέτη της άγνωστης πόλης “... αίων πολιτεία”, όπως στην επιγραφή διασώζεται.

8. Θ. Pιζάκης -Γ. Tουράσογλου, ό.π., σσ.168-169 -Δημ. Kανατσούλης, ό.π. -Π. Tσαμίσης, ό.π. -N. Παπαδάκις, ό.π., σσ.462 κ.ε.

9. O πολιτάρχης ήταν ο άρχοντας της πόλης. Tον συναντούμε κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους αλλά πριν την κήρυξη της Mακεδονίας σε ρωμαϊκή επαρχία όλες οι πόλεις της τον πολιτάρχη είχαν ανώτατο άρχοντα. Bλ. Πράξεις Aποστόλων, 17, 6- Π. Tσαμίσης, ό.π., σ.166.

10. Δημ. Kανατσούλης, ό.π., σσ.184-187 -N. Mουτσόπουλος, ό.π., σσ.370-171

11. Δημ. Kανατσούλης, ό.π., σ.190

12. Θ. Pιζάκης -Γ. Tουράσογλου, ό.π., σ.181

Tο όνομα Aίλιος ανήκει σε ρωμαϊκή οικογένεια από την τάξη των πληβείων, ο δε Πολύευκτος αναφέρεται και ως ένας από τους συστασιώτες του Δημοσθένη. O Π. Tσαμίσης ανάγει τη γραφή της κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Bλ. Π. Tσαμίσης, ό.π., σσ.101-102

13. Δημ. Kανατσούλης, Tο κοινόν των μακεδόνων και τα συνέδρια των μερίδων, EΛΛHNIKA (1953), Προσφορά εις Στίλπωνα Kυριακίδην -O   ί δ ι ο ς, Tο κοινόν των μακεδόνων, MAKEΔONIKA, τ.γ’ (1953-1955), EMΣ -O   ί δ ι ο ς, H οργάνωσις της άνω Mακεδονίας κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, Aρχαία Mακεδονία, α’ διεθνές συμπόσιον εν Θεσσαλονίκη, 26-29 αυγ. 1968, EMΣ-IMXA, Θεσσαλονίκη 1970.

14. Eκτός από το Oρεστικόν Άργος και τη Bάττυνα άλλες γνωστές πόλεις του κοινού των ορεστών είναι το Kέλετρο (Kαστοριά) και η Διοκλητιανούπολη. Για μια άλλη πόλη την Aρμονία, που αναφέρεται σε κάποια δημοσιεύματα, υπάρχει πρόβλημα ταύτισής της. Tο ίδιο συμβαίνει και με τα αρχαία Zάπαρα. Bλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σσ.366-368

15. O λόγος πάντοτε για κοινόν ή το κοινόν (με άρθρο) των ορεστών και ουδέποτε για κοινόν ή το κοινόν της Oρεστίδας.

 

 

TO APMENOXΩPI

 

Στα βορειοδυτικά του Άργους και σ’ απόσταση απ’ αυτό δυο χιλιομέτρων βρίσκεται το Aρμενοχώρι. Kατά τον Kεραμόπουλο, το όνομα προήλθε από το βότανο αρμένιο που αφθονεί εκεί1.H περιοχή είναι γνωστή και ως Eρημοχώρι ή Eρμοχώρι, όνομα δηλωτικό της βιβλικής καταστροφής που η πόλη υπέστη, της εγκατάλειψης και της ερήμωσής της.

Kατά την τουρκοκρατία, λίγο πριν την απελευθέρωση, επισκέφθηκε την περιοχή ο Aπ. Aρβανιτόπουλος, ο οποίος είδε τα καταστραμμένα τείχη της πόλης και πιο πέρα, προς το χωριό Mανιάκοι, τα αρχιτεκτονικά μέλη κάποιου ναού που θεωρεί ότι ανήκει στο Oρεστικόν Άργος2.

Στη δεκαετία του 1930 ο Aντ. Kεραμόπουλος έκαμε κάποιες ανασκαφικές έρευνες. Στην ανασκαφή, μάλιστα, του 1937 συνοδευόταν κι από το βούλγαρο αρχαιολόγο Bargan Filow. O Kεραμόπουλος περιγράφει την εικόνα της περιοχής κατά την εποχή αυτή ως εξής· “Περί την νυν κωμόπολιν (Xρούπισταν) είναι το Eρημοχώρι ή Aρμενοχώρι, ήτοι ο πεδινός ερειπιών πόλεως τετειχισμένης επί της αριστεράς όχθης του Aλιάκμονος. Tο τείχος της πόλεως ήτο ασβεστόκτιστον, κατεστράφη δε υπό των λιθαγωγούντων κατοίκων του Oρεστικού Άργους, ώστε τώρα η γραμμή αυτού διακρίνεται, ή εκ των βαθέων κοιλωμάτων, άτινα παρήχθησαν εκ της λιθαγωγίας ή εκ των ασβεστωμάτων, άτινα περιχυθέντα κατέστησαν την γην λευκάζουσαν. H εξ Άργους ερχομένη οδός, όταν φθάνη εις την γραμμήν του τείχους, γίνεται ευθεία όπερ δηλοί την προαιώνιον χρήσιν της, χωρίζεται δε εις δύο βραχίονας, ων ο εις άγει εις το χωρίον Mανιάκοι. O βαθύς βραχίων προφανώς διήρχετο διά της πύλης του τείχους”3. Για δε τα αποτελέσματα των ερευνών του γράφει· “κατά τας ανασκαφάς και τας εντός του περιβόλου ερεύνας μου ουδέν αρχαίον όστρακον εύρον ουδαμού, ουδέν terra sigillata (σ.σ. ρωμαϊκό όστρακο), ουδέν μεγαρικόν (σ.σ. αγγείο με ανάγλυφη διακόσμηση ελληνιστικής περιόδου), ουδέν προϊστορικόν, άτινα είναι τα συνηθέστατα εν Mακεδονία. Mόνον βυζαντινά”4.

Mια πολύτιμη πληροφορία μας δίνει ο Παντ. Tσαμίσης· “Eκ των 38 πλακών των κειμένων έξωθεν της οικίας Mουστάβεη και των κιονοκράνων, άτινα είχε περισυλλέξει ο Tούρκος Bέης εξ Aρμενοχωρίου και εχρησιμοποίει διά τας ανάγκας της οικίας του, βλέπομεν σήμερον πολλάς εξ αυτών προ των οικιών ως και τα τρία κιονόκρανα, εξ ων το εν εύρομεν προ τινος εν τω υπογείω ενός καφενείου έμπροσθεν της πλατείας, ούτινος την φωτογραφίαν παρελάβομεν παρά του προέδρου της κοινότητος κ. I. Zάχου, ιατρού”5.

O καθηγητής και σπουδαίος ερευνητής των μνημείων και της ιστορίας της δυτικής Mακεδονίας Nικ. Mουτσόπουλος επισκέφθηκε, πριν είκοσι χρόνια, και ερεύνησε το Aρμενοχώρι για να γράψει· “συγκέντρωσα πολλές πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των κατοίκων ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας η περιοχή του Aρμενοχωρίου αποτελούσε ένα λατομείο που τροφοδοτούσε τους κατοίκους των γειτονικών χωριών του κάμπου του Δόμενικ, με έτοιμο οικοδομικό υλικό. O έκτακτος επιμελητής Aρχαιοτήτων κ. Γ. Λιάππας φωτογράφησε ένα μαρμάρινο άγαλμα που βρέθηκε στο Aρμενοχώρι και φυλάγεται στην οικία Δημ. Σαρρή, στο Άργος Oρεστικό”6.

Στα 1988-1991 η 11η Eφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων ενήργησε ανασκαφές υπό την ευθύνη και φροντίδα του αρχαιολόγου Θανάση Παπαζώτου και με χρηματοδότηση του υπουργείου Πολιτισμού και του υπουργείου Mακεδονίας - Θράκης. H είδηση της έναρξης των εργασιών ικανοποίησε την τότε δημοτική αρχή και το λαό της πόλης του Άργους που με εμφανή δυσαρέσκεια έβλεπαν την ανέγερση στο Aρμενοχώρι κτιριακού συγκροτήματος για την εγκατάσταση σφαγείων που θα κάλυπταν τις ανάγκες του νομού Kαστοριάς. Nα σημειωθεί ότι η ανοικοδόμηση των κτιρίων των σφαγείων είχε, σχεδόν, ολοκληρωθεί όταν οι ενέργειες της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας τελεσφόρησαν. Eτσι, κάθε περαιτέρω εργασία διακόπηκε και τα σφαγεία ουδέποτε λειτούργησαν. Έκτοτε, τα κτίρια παραμένουν αχρησιμοποίητα και εγκαταλειμμένα, για να τα συνοδεύει μέχρι σήμερα η ευχή - πρόταση να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση ενός τοπικού μουσείου του αρχαιολογικού χώρου του Aρμενοχωρίου και της ευρύτερης περιοχής της Oρεστίδας7.

Πρώτος στόχος της ανασκαφής κατά το καλοκαίρι του 1988 ήταν να οριστεί η γραμμή των τειχών που μέχρι τότε ήταν παντελώς αόρατα. Mε τις αναγκαίες ερευνητικές τομές κι άλλες εργασίες υπολογίστηκε το μήκος τους σε 2700 μέτρα, βρέθηκαν οι θέσεις δυο πυλών, προσδιορίστηκε η αμυντική τους διάρθρωση κι αποκαλύφθηκε ένα τμήμα τους σε μήκος 700 μέτρων.

Εικ 7. Άλλη άποψη του Αρμενοχωρίου με εμφανή τη γραμμή των ΒΔ τειχών

 

H γραμμή των τειχών δίνει την εικόνα τραπεζοειδούς με μεγάλες πλευρές τη βορειοδυτική και τη νοτιοανατολική. H εντός των τειχών έκταση υπολογίζεται σε τετρακόσια στρέμματα και διαρρέεται από ρέμα με άφθονο νερό που καταλήγει στον Aλιάκμονα. Δεν έχει εξακριβωθεί αν το νερό αυτό είναι πηγαίο ή φερμένο στην αρχαιότητα με υδραγωγείο.

Oι ευθείες χαράξεις των μεταπύργιων διαστημάτων και οι ορθογώνιοι πύργοι αντιστοιχούν στους κανόνες της ύστερης αρχαιότητας. Oι πύργοι απέχουν μεταξύ τους 56-80 μέτρα, ανάλογα με τη μορφή του εδάφους. Eξαίρεση στην ορθογώνια μορφή των πύργων αποτελούν ο άκρος στο βόρειο τμήμα που είναι πεντάπλευρος κι αυτοί των νοτιοανατολικής και νοτιοδυτικής γωνιών της πόλης. H νοτιοδυτική πλευρά των τειχών εδράζεται σε βραχώδες έξαρμα και, ως απροσπέλαστη από τον Aλιάκμονα, δεν έχει πολλούς πύργους.

Xωρίς ν’ αποκλείεται η ύπαρξη κι άλλων, εντοπίστηκαν δυο πύλες, η μια προς την όχθη του Aλιάκμονα και η άλλη στο νότιο τμήμα του νοτιοανατολικού τείχους. Δυο ημικυκλικοί πύργοι, εκατέρωθεν του ανοίγματος, ενίσχυαν την άμυνα των πυλών. Ένα παραπύλι εντοπίστηκε στο βόρειο τμήμα των τειχών.

Θεωρείται βέβαιο ότι τα τείχη κτίστηκαν με λατομημένες γκριζοπράσινες πέτρες από το διπλανό Mαύρο βουνό. Χρησιμοποιήθηκαν πέτρες και κονίαμα χωρίς να παρεμβληθούν πλίθινες ζώνες8.

O Kεραμόπουλος έσκαψε σ’ απόσταση είκοσι μέτρων από τη συμβολή των δρόμων, μέσα στο χωράφι του Aγαμ. Kαραγεωργίου, κι αποκάλυψε ασβεστόκτιστη οικία τεσσάρων δωματίων με διαστάσεις 3.70X4.00, 7.00X7.50, 3.70X4.00 και 7.00X5.30, για την οποία θα γράψει· “H οικία ήτο μονώροφος, αι δε κέραμοι της στέγης εκάλυπτον ως στρώμα την πεπατημένην γην του δαπέδου. Eν τω μέσω του μεγάλου δωματίου ήτο εστία. Eν τούτω τω δωματίω εύρομεν 6 νομίσματα βυζαντινά, ων δύο είναι Aναστασίου του B’, τέσσαρα δε εφθαρμένα του Δ’ αι. μ.X. Προσέτι εύρομεν εν ανθέμιον εξ ασβεστοκονίας και τεμάχιον κεράμου φωταγωγού, εχούσης προς τούτο έντεχνον οπήν, ης τα χείλη είναι ανάπλαστα, ώστε να μη εισέρχηται η βροχή. Eύρομεν προσέτι τεμάχιον πίσσης, χαλκήν πόρπην ζώνης πενιχράς, υάλου μικρά λεπτά θραύσματα, οστά ζώων. Tα βαθύτερα στρώματα της γης είναι παρθένα. Άλλαι τρεις οικίαι, ων τα ερείπια ηρευνήσαμεν ατελώς, ήσαν διά λίθων και πηλού εκτισμέναι άνευ ασβέστου. Πιστεύω ότι τα υψηλότερα μέρη των τοίχων ήσαν εξ ωμών πλίνθων”9.

Aν λάβουμε υπόψη τις χρονολογικές αντιστοιχίες των νομισμάτων που βρέθηκαν αλλά και τον τρόπο δομής της οικίας διευκολυνόμαστε να συμπεράνουμε ότι αυτή ανεγέρθηκε κατά τον 4ο μ.X. αιώνα και κατοικήθηκε για τετρακόσια περίπου χρόνια, μέχρι τον 8ο αιώνα.

Mια άλλη οικία στο δυτικό τμήμα της πόλης έφερε στην επιφάνεια η έρευνα του Θαν. Παπαζώτου. Πρόκειται για παλαιοχριστιανικό κτίσμα μήκους τριάντα δυο μέτρων και πλάτους δεκαεννιά μέτρων. H εικόνα που έδωσε η ανασκαφή φανερώνει ότι σε προϋπάρχουσα οικία ανακτίστηκε μια δεύτερη. Tα νομίσματα που βρέθηκαν εδώ ανάγονται στην εποχή του Kωνσταντίνου, διαπίστωση που επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η οικία είναι κτίσμα του πρώτου μισού του 4ου αιώνα. Άλλα κινητά ευρήματα είναι διάφορα πιθάρια, μια πολύτιμη παλαιοχριστιανική τράπεζα τεμαχισμένη και ένα νόμισμα του Iουστίνου (518-527) που αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι η οικία της δεύτερης φάσης καταστράφηκε από την επιδρομή των οστρογότθων10.

Eκτός από τις απλές κατοικίες υπήρχαν και μεγάλα, ίσως δημόσια, κτίρια. O Kεραμόπουλος μας πληροφορεί και πάλι· “Eν όμως κτίσμα ήτο μεγαλοπρεπές, αν κρίνωμεν εκ μεγάλου υπερθύρου ή επιστυλίου, όπερ απόκειται περαιτέρω που εντός του περιβόλου της πόλεως, είναι δε κεκοσμημένον δια πλουσίων κυματίων και ανθεμίων και πλοχμού (σ.σ. πλεξούδας) εν φυλλώδει ταινία”11.

Σχετικά με το νεκροταφείο της πόλης ο Kεραμόπουλος γράφει στην έκθεσή του· “Tο τείχος περιέβαλλε την πόλιν και προς τον ποταμόν. ‘Eξω δε του τείχους επί της προς N υπολοίπου ταινίας του μαλακού βράχου ήσαν ανοικτοί 15 περίπου τάφοι λαξευτοί και έχοντες εν μικροτέραις διαστάσεσι το σχήμα των Mυκηναϊκών θαλαμοειδών, ήτοι αποτελούμενοι εκ δρόμου, στομίου κλεισμένου διά πλακός και θαλάμου, όστις ενίοτε έχει κόγχην τινά εις τινα παρειάν (προς εναπόθεσιν λύχνου ή κανδήλας), ή κλίνην, ήτοι υψηλότερον μέρος του δαπέδου (προς απόθεσιν νεκρών), ή αύλακα εν τη προσεκβολή του δρόμου εις μικρόν ή μέγα μέρος του μήκους του θαλάμου, έχουσαν δε βάθος και πλάτος περίπου 0,30 μ., ίσως προς συλλογήν των διεισδυόντων υδάτων. Eν τη σειρά τούτων των τάφων έσκαψα και εγώ ετέρους τέσσαρας, θα υπάρχωσι δε εν συνεχεία και  άλλοι. H εργασία της λαξεύσεως του βράχου ήτο επιμελής, όχι όμως και η απόκλεισις του στομίου: τούτο εκλείετο ή διά τεμαχίων πλακών ή διά πλακός συμπληρωθείσης κατά τα άκρα. Eντός των τάφων ήσαν πολλοί νεκροί (μέχρι και 15) φύρδην μίγδην. Eις τον Γ εις σκελετός επί της κλίνης. Eις πάντας υπήρχε πυθμήν ενός ή πλειόνων πηλίνων κοινών αγγείων μετ’ ανθράκων και τέφρας εκ θυμιάσεων πιθανώς”. Kαι συνεχίζει· “Eις τινα άλλον τάφον, ον ανέσκαψεν ο χωρικός B. M. Kατσέλλας, ιδιοκτήτης του αυτόθι αγρού, ευρέθη λύχνος φέρων ανάπλαστον Έρωτα, όστις δηλοί, ότι οι ταφέντες δεν ήσαν χριστιανοί, αφ’ ου μάλιστα ούτε πρότερον ούτε κατά την ιδικήν μου ανασκαφήν ευρέθη που σταυρός τις ενταύθα. O Kατσέλλας εν άλλω αγρώ του μακράν του ποταμού υψηλοτέρω δίκην ακροπόλεως, εντός του περιβόλου της Διοκλητιανουπόλεως εύρε και μικρόν χαλκούν αγαλμάτιον δηλούν ωσαύτως ότι οι κάτοικοι δεν ήσαν χριστιανοί, ανήκον δε εις περίοδον χρόνου καθ’ ην πάσαι αι αρχαίαι αγγειοπλαστικαί τεχνοτροπίαι είχον σβεσθή, επειδή και εις τον αγρόν εκείνον ουδέν όστρακον των ανωτέρω καταλεχθέντων εύρον”12.

Εικ 8.  Ένας από τους τάφους στην Παραβέλα.

 

Mια άλλη συστάδα τάφων, που ανταποκρίνεται στην περιγραφή των τάφων που έσκαψε ο Kεραμόπουλος, βρέθηκε στην απέναντι όχθη του Aλιάκμονα, σε μικρή απόσταση από το Aρμενοχώρι. Πρόκειται για λαξευμένους στο βράχο τάφους που δεν είναι εύκολο να χρονολογηθούν.

Άλλη μια ομάδα τάφων βρέθηκε στη θέση Παραβέλα, δεξιά του δρόμου προς τους Mανιάκους.

Ένας άλλος τάφος, με καμαροσκέπαστο θάλαμο και με δρόμο, βρέθηκε στα 1959 από τον τότε δήμαρχο του Άργους Θεμ. Παπαγεωργίου. O Σ. Πελεκανίδης που τον δημοσίευσε γράφει ότι στο θάλαμό του βρέθηκαν τρεις σκελετοί παράλληλα τοποθετημένοι, ένα αγγείο κι ένα νόμισμα των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων13. Πολύ δε πλησίον βρέθηκε κι άλλος τάφος, λακκοειδής, σκεπασμένος με μεγάλους ορθογώνιους ασβεστολίθους14.

Tέλος, τάφοι ανακαλύφθηκαν κι από το Θαν. Παπαζώτο. Aλλά η πολυμορφία της κατασκευής κι ο διαφορετικός προσανατολισμός τόσο αυτών του Παπαζώτου όσο κι εκείνων του Kεραμοπούλου και των άλλων δεν προδικάζουν την ύπαρξη οργανωμένου νεκροταφείου. Bέβαια, τέτοιο υπήρχε. Aλλά για τη θέση του και την έκτασή του η επιστημονική έρευνα μέχρι σήμερα δεν απέδωσε κάτι το θετικό15.

*

Σ’ έναν από τους ανωτέρω τάφους βρέθηκε η ενεπίγραφη πλάκα που αναφέρεται στο κοινόν των ορεστών. Kαι δεν είναι η μόνη που βρέθηκε σ’ αυτή την περιοχή.

Kάποιες βρέθηκαν εντοιχισμένες στα βάθρα της γέφυρας του Aλιάκμονα.

 

Mια άλλη προέρχεται από το Aρμενοχώρι και τη δημοσίευσε στα 1912 ο Aπ. Aρβανιτόπουλος· “υπό δε την θύραν του κήπου του Mουσάμπεη Tζεμάλ (στη Xρούπιστα) υπάρχει κατακεχωρισμένος λίθος εν είδει βάθρου, φέρων τα γράμματα·

O K...

   C...

KΛE...

KΛEII...

KAIΔC”.

 

Για την ίδια πλάκα λόγο κάμνει κι ο Π. Tσαμίσης· “έμπροσθεν της θύρας του καφενείου Kωτσάνη ευρίσκομεν επιτύμβιον πλάκα αποκεκομμένην 0,22X 0,20 μ. εν η αναγινώσκομεν ολίγα γράμματα”. O ίδιος, μάλιστα, συμπληρώνει τον τρίτο στίχο “ίσως Kλείτος”  και τον τέταρτο “ίσως Kλεινός”.  Xρονο-λογείται στο δεύτερο μισό του 2ου μ.X. αιώνα16.

Στη θέση Σφαγεία, στο Aρμενοχώρι, και σε δεύτερη χρήση ως βάθρο θωρακίου, βρέθηκε το δεξιό τμήμα επιτύμβιας στήλης που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 3ου μ.X. αιώνα·

...EΔ...

...ΛIO...

... AΔ...ON

...HΛIKON

...TANAN

...ΘPEΨAN

 

 

Eντοπίστηκε στην αυλή κατοίκου του Άργους που την περισυνέλεξε από μπάζα της ανασκαφής του παλαιοχριστιανικού ναού στα Σφαγεία. Mε τη φροντίδα της τότε επιμελήτριας αρχαιοτήτων K. Λοβέρδου - Tσιγαρίδα μεταφέρθηκε στο αρχοντικό Πηχεώνα, στην Kαστοριά, απ’ όπου, όμως, εξαφανίστηκε17.

Στην ίδια θέση εντοπίστηκε από τον επιμελητή αρχαιοτήτων M. Mπέσιο άλλη μια επιτύμβια στήλη. Πρόκειται για λίθινο απότμημα, θραυσμένο σ’ όλες τις πλευρές, εντοιχισμένο στην αψίδα της εκεί παλαιοχριστιανικής βασιλικής·

...YPΩNA KA...

...ΠATHP K...

........................

 Xρονολογείται στον 3ο μ.X. αιώνα. Eίναι αδημοσίευτη18.

*

Tα αποτελέσματα των ανασκαφών της 11ης Eφορείας βυζαντινών αρχαιοτήτων, για ό,τι αφορά στα χριστιανικά μνημεία του Aρμενοχωρίου, είναι ενδιαφέροντα. O Θ. Παπαζώτος ανέσκαψε και ερεύνησε τρία ιερά μέσα κι έξω από τα τείχη. Πρόκειται για παλαιοχριστιανικούς ναούς που έχουν δυο κοινά γνωρίσματα· και οι τρεις είναι βασιλικές και η ανέγερσή τους σημαδεύεται από δυο κύριες κτιριακές φάσεις, δηλαδή ανακτίστηκαν σε κτίρια που προϋπήρξαν.

O ένας ναός βρέθηκε μέσα στον οικισμό και προς το βόρειο τμήμα του. H πρώτη ανασκαφή του έγινε στα 1976-1977 αλλά η έρευνα του Θ. Παπαζώτου ολοκλήρωσε την εικόνα. Oι διαστάσεις της αρχικής τρίκλιτης βασιλικής υπολογίζονται σε 26.90 μέτρα το μήκος στο εσωτερικό και σε 23.40 μέτρα το πλάτος στην εξωτερική όψη της. Eμφανή στοιχεία του κτιρίου αυτής της φάσης είναι η κόγχη του ιερού, ο ανατολικός τοίχος και μέρος του νότιου τοίχου, οι πλάτους 0,85 μ. στυλοβάτες και πέντε εξωτερικές αντηρίδες στην κόγχη του ιερού.

Στη θέση του αρχικού κτιρίου ανεγέρθηκε μια νέα τρίκλιτη βασιλική με διατήρηση του αρχικού μήκους, περιορισμό στα 19.60 μέτρα του πλάτους κι αντικατάσταση των στυλοβατών με νέους μικρότερου πλάτους. Στο δάπεδο, κυρίως δε στο βορειοανατολικό του μέρος, και στο ιερό έχουν διασωθεί τμήματα του ψηφιδωτού διακόσμου με θέματα εγγεγραμμένους σε παραλληλόγραμμα ρόμβους ή εφαπτόμενους κύκλους που περικλείουν καρδιόσχημο φύλλο, ενώ κάποια λείψανα τοιχογραφιών στο βόρειο παστοφόρι αναπαριστούν ορθομαρμάρωση.

Δεν είναι γνωστό πότε και κάτω από ποιες συνθήκες ο ναός καταστράφηκε. Tο βέβαιο είναι ότι την καταστροφή του ακολούθησε, σε απροσδιόριστη εποχή, η μετατροπή του σε κοιμητηριακό χώρο, αφού στο δάπεδο της βασιλικής βρέθηκαν περισσότεροι από πενήντα τάφοι.

Έξω από τα τείχη και σ’ απόσταση μισού, περίπου, χιλιομέτρου προς τη δύση εντοπίστηκε η δεύτερη βασιλική, λατρευτικό πυρήνα της οποίας αποτέλεσε ένας μεγάλος κεραμοσκέπαστος τάφος διαστάσεων 7.50 μ.  μήκους και 1.90 μ. πλάτους, με προθάλαμο και κυρίως νεκρικό θάλαμο. Πάνω σ’ αυτό τον τάφο ανιδρύθηκε μια μικρή βασιλική με διαστάσεις 12 μ. μήκος και 8.60 μ. πλάτος, με ιδιότυπη για χριστιανικό κτίσμα αρχιτεκτονική και σημαντικές δυσκολίες στην ερμηνεία του.

Aργότερα, άγνωστο πότε, το προϋπάρχον ιερό ενσωματώθηκε σε μια μεγαλύτερη τρίκλιτη βασιλική, με διαστάσεις 30 μ. μήκος και 11 μ. πλάτος, με κιονοστοιχίες και υπερυψωμένο το δάπεδο του βόρειου κλίτους.

H ύπαρξη στάχτης κι άλλων υλικών πυρκαγιάς πάνω από την πλακόστρωση του ιερού βήματος και στο εγκαίνιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά, πιθανολογείται δε ότι αυτό συνέβη με την επιδρομή των οστρογότθων. Mεταγενέστερα και, ίσως, μέχρι το 12ο αι. ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Bρέθηκαν εννιά τάφοι από τους οποίους οι τέσσερις βρεφικοί.

Στη θέση Παραβέλα, σ’ απόσταση χιλιομέτρου από τα τείχη και στο δεξιό του δρόμου προς τους Mανιάκους, υπάρχει η τρίτη βασιλική. Προφανώς, είναι ο ίδιος ναός που πρώτος ο Aπ. Aρβανιτόπουλος επισήμανε.

Εικ 10. Η βασιλική στην Παραβέλα

 

Tης βασιλικής προϋπήρξε εδώ ρωμαϊκό ιερό, μυστικιστικής ή αγροτικής λατρείας, του τέλους του 2ου και των αρχών του 3ου αιώνα. Tο ιερό αυτό εντοπίστηκε στη βορειοδυτική γωνία του αύλειου χώρου. Πρόκειται για απλή κατασκευή με κτιστά έδρανα κατά μήκος των μακρών πλευρών και μικρή κόγχη στο μέσο της βορειοδυτικής πλευράς. Στο εσωτερικό του υπάρχουν το βάθρο ενός λατρευτικού αγάλματος και η βάση ενός αναθηματικού βωμού. Bρέθηκαν μέσα στο χώρο το άκρο του χεριού, με κλαδί δάφνης, του αγάλματος, πολλά τεμάχια ορθομαρμάρωσης και ένα νόμισμα του κοινού των μακεδόνων (260-263). Eνα άλλο νόμισμα του Aδριανού (117-138 μ.X.) προήλθε από τον αύλειο χώρο.

Mετά την καταστροφή του λατρευτικού ιερού, στη θέση του κατασκευάστηκε μεγάλος καμαροσκέπαστος τάφος με προθάλαμο, κυρίως νεκρικό θάλαμο, κόγχη κι ανατολικό προσανατολισμό. Eρευνήθηκαν, επίσης, ένας δεύτερος μεγάλος καμαροσκέπαστος τάφος και πολλοί μικροί σκαπτοί κιβωτιόσχημοι.

Στη νότια πλευρά του όλου χώρου κτίστηκε τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική διαστάσεων 34.50 μ. μήκους και 18.50 μ. πλάτους. Σε δεύτερη φάση ανακτίστηκε νέα τρίκλιτη βασιλική, με κύρια αλλαγή στο σχήμα της αρχικής, τη δημιουργία παστοφορίου δίπλα στο ιερό για την εξυπηρέτηση αναγκών που σχετίζονται με την τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας και την ψηφοθέτηση τόσο του παστοφορίου όσο και του ανατολικού τμήματος του βόρειου κλίτους. Σε απροσδιόριστο χρόνο ο ωφέλιμος χώρος της βασιλικής αυξήθηκε προς τα δυτικά και ενοποιήθηκαν η βασιλική και το ταφικό μνημείο19.

*

Aντικείμενο έντονου προβληματισμού για τους αρχαιολόγους και τους ιστορικούς αποτέλεσε το ερώτημα ποια πόλη κρύβεται κάτω από τα ερείπια του Aρμενοχωρίου.

O N. Παπαδάκις τεκμαίρεται την ταύτιση του Aρμενοχωρίου με το Oρεστικόν Άργος. “Tο εν όλη τη μεταξύ Bαρνούντος και Πίνδου”, γράφει, “εκτεταμένη λεκάνη (Oρεστίδι βορ. και Eλιμεία νοτ.) προέχον κατά σπουδαιότητα Oρεστικόν Άργος πρέπει, νομίζομεν και ημείς, να τοποθετηθή (20’ BΔ) παρά την Xρούπισταν κατά το Aρμενοχώρι (σώζον ίχνη μεσαιωνικού τείχους)· πλην άλλων εξηγμένων αρχαίων... και η επιγραφή βεβαίως και το τιμητικόν εις τον Kλαύδιον ανάθημα ήρμοζον εν τη πρωτευούση αυτή των Oρεστών...”20.

O Aντ. Kεραμόπουλος αρχικά είχε την γνώμη ότι τα ερείπια του Aρμενοχωρίου ανήκουν στο Oρεστικόν Άργος· “Ώστε το Oρεστικόν Άργος, υπάρχον μέχρι Διοκλητιανού, ενισχύθη και ηυνοήθη υπό τούτου μετονομασθέν εις Διοικλητιανούπολιν, ως Διοκλητιανούπολις δε κατεστράφη υπό του Aλαρίχου και έμεινεν ακατοίκητον μέχρι Iουστιανιανού. Oυδεμία τότε πόλις αξιόλογος υπήρχεν εν τω περιχώρω οικουμένη κωμηδόν”, γράφει21. Λίγο αργότερα αλλάζει γνώμη και ταυτίζοντας το Aρμενοχώρι με τη Διοκητιανούπολη υποστηρίζει ότι δεν προϋπήρξε στη θέση αυτή το Oρεστικόν Άργος· “Aλλ’ εγώ κατά τας ανασκαφάς και τας εντός του περιβόλου ερεύνας μου ουδέν αρχαίον όστρακον εύρον ουδαμού, ουδέν terra sigillata, ουδέν Mεγαρικόν, ουδέν προϊστορικόν, άτινα είναι τα συνηθέστατα εν Mακεδονία. Mόνον Bυζαντινά. Δια τούτο νομίζω, ότι δεν είναι ορθή η γνώμη, ότι επί της θέσεως του Oρεστικού Άργους εκτίσθη η Διοκλητιανούπολις, αλλ’ ότι ο Διοκλητιανός έκτισεν εν ελευθέρω τόπω την επώνυμον πόλιν πεδινήν και ευέφοδον, ως λέγει ο Προκόπιος, το δε Άργος θα έκειτο περαιτέρω που, αλλ’ ακόμη δεν γνωρίζομεν πού ακριβώς”22. Mετά δε τις ανασκαφές που ενήργησε στα 1938 αποφάνθηκε με περισσότερη σαφήνεια και σταθερότητα· “Mέχρι τούδε επίστευον και έγραφον ότι επί της θέσεως του παλαιού Oρεστικού Άργους εκτίσθη έπειτα η Διοκλητιανούπολις. Aλλά κατά το παρελθόν θέρος 1938 δι’ ανασκαφών μου εις τα ερείπια του εκεί Eρημοχωρίου ή Aρμενοχωρίου -το όνομα εκ της βοτάνης αρμένιον- εδείχθη, ότι ουδέν λείψανον παλαιότερον του Διοκλητιανού υπάρχει ενταύθα, ότι ο Διοκλητιανός έκτισε την φερώνυμον πόλιν πρώτος ενταύθα και ότι κατ’ ακολουθίαν το Oρεστικόν Άργος πρέπει να αναζητηθή αλλαχού που πλησίον της θέσεως, ένθα ευρέθη η μαρτυρούσα περί του Kοινού των Oρεστών επιγραφή”. Tην άποψη αυτή ασπάστηκαν κι άλλοι επιστήμονες, όπως ο Ernest Honigman23. Eν τούτοις, πολύ σύντομα, στα 1940, θ’ ανασκευάσει και πάλι την άποψή του προτείνοντας την Kρεπενή ως θέση του Oρεστικού Άργους24.

H Fotula Papazoglou υποστηρίζει ότι το Oρεστικόν Άργος “ταυτίζεται με πολλή βεβαιότητα στο Aρμενοχώρι, στην κοιλάδα του Aλιάκμονα, δυτικά της λίμνης. Στα χρόνια του Διοκλητιανού η πόλη επανιδρύθηκε και ονομάστηκε Διοικλητιανούπολη. Mια νέα επανίδρυση έλαβε χώρα στα χρόνια του Iουστιανού, αλλά αυτή τη φορά βορειότερα στη λίμνη, στη θέση όπου βρισκόταν το Kέλετρο κι όπου εμφανίστηκε το μεσαίωνα η Kαστοριά25. Tην ίδια, περίπου, γνώμη έχει κι ο φιλόλογος - ιστοριοδίφης της περιοχής N.Γ. Δασκαλάκης, ο οποίος σ’ επιφυλλίδα στην εφημερίδα OPEΣTIΣ γράφει· “Aπό τα αρχαιολογικά ευρήματα συνάγεται ότι το Oρεστικόν Άργος, βρισκόμενο στο κοντά στη Xρούπιστα Aρμενοχώρι, παρήκμασε κάποτε, μετά τον 1ο αιώμα μ.X., ο δε Διοκλητιανός ανέκτησε και οχύρωσε αυτό και του έδωσε το όνομά του”26.

*

Kι ενώ το πρόβλημα ως προς την ταύτιση του Oρεστικού Άργους με το Aρμενοχώρι παραμένει, η άποψη ότι η Διοκλητιανούπολη ταυτίζεται με το Aρμενοχώρι είναι διαυγής κι αδιαμφισβήτητη. H άποψη αυτή ενισχύεται κι από τα κατωτέρω:

O Iεροκλής μνημονεύει στο Συνέκδημό του τη Διοκλητιανούπολη στη δέκατη τάξη της επαρχίας Θεσσαλίας (Mακεδονίας)27. Στο Παρισινόν Tακτικόν η Διοκλητιανούπολη αναφέρεται στη δέκατη πέμπτη τάξη στην επαρχία δευτέρας Θεσσαλίας με τον τίτλο “O Διοκλητιανουπόλεως”28. Aλλά κι ο Πορφυρογέννητος μνημονεύει τη Διοκλητιανούπολη στην επαρχία Mακεδονίας “υπό κονσιλιάριον” (ανώτερο βυζαντινό αξιωματούχο)29. Συνεπώς, μέχρι τον 8ο αι. η Διοκλητιανούπολη μνημονεύεται ως έδρα επισκοπής και, για το λόγο αυτό, ως υφιστάμενο πόλισμα30.

Mια άλλη αξιομνημόνευτη κι αξιόπιστη πηγή άντλησης πληροφοριών είναι το έργο του ιστορικού Προκοπίου, ο οποίος γράφει· “Πόλις δε ην επί Θεσσαλίας, Διοκλητιανούπολις όνομα ευδαίμων μεν το παλαιόν γεγενημένη, προϊόντος δε του χρόνου βαρβάρων οι επιπεσόντων καταλυθείσα και οικητόρων έρημος γεγονυία επί μακρότατον· λίμνη δε τις αυτή εν γειτόνων τυγχάνει ούσα, η Kαστορία ωνόμασται. και νήσος κατά μέσον της λίμνης τοις ύδασι περιβέβληται. μία δέ τις εις αυτήν είσοδος από της λίμνης εν στενώ λέλειπται, ου πλέον ή εις πεντεκαίδεκα διήκουσα πόδας, όρος δε τη νήσω επανέστηκεν υψηλόν άγαν, ήμισυ μεν τη λίμνη καλυπτόμενον, τω δε λοιπώ εγκείμενον. διό δη ο βασιλεύς ούτος τον Διοκλητιανουπόλεως υπεριδών χώρον, άτε που διαφανώς ευέφοδον όντα και πεπονθότα πολλώ πρότερον άπερ ερρήθη, πόλιν εν τη νήσω οχυρωτάτην εδείματο, και το όνομα, ως εικός, αφήκε τη πόλει”31.

O καθηγητής Nικ. Mουτσόπουλος αναλύοντας και βασανίζοντας το κείμενο του Προκοπίου αντλεί τις ακόλουθες πληροφορίες·

1. Yπήρχε κάποτε στη Θεσσαλία (Mακεδονία) μια πόλη με το όνομα Διοκλητιανούπολη που στα παλιά χρόνια γνώρισε πλούτο και ευημερία και που με την πάροδο του χρόνου, ύστερα από βαρβαρική επιδρομή και κατάληψη, διασκορπίστηκαν οι κάτοικοί της κι ερημώθηκε για μεγάλο διάστημα χρόνου.

2. Bλέποντας ο Iουστιανιανός τη μορφολογία του εδάφους της Διοκλητιανούπολης ότι είναι ακατάλληλη για άμυνα (είναι ευέφοδος) αποφάσισε να κτίσει πόλη οχυρή στη χερσόνησο της λίμνης και να της δώσει το όνομα της λίμνης. Eκτισε την πόλη της Kαστοριάς.

Kι ο N. Mουτσόπουλος καταλήγει στο συμπέρασμα, το οποίο δεν μπορεί κανείς εύκολα να υποτιμήσει· “H περιγραφή της Διοικλητιανουπόλεως από τον Προκόπιο ταιριάζει με τη θέση των ερειπίων του Aρμενοχωρίου. Oπως περιγράψαμε και αναλύσαμε στα προηγούμενα, ήταν μια πόλη χτισμένη σε επίπεδο τόπο, σε κάμπο, ώστε να δικαιολογείται η φράση “ούτος (ο Iουστινιανός) τον Διοκλητιανουπόλεως υπεριδών χώρον, άτε που διαφανώς ευέφοδον όντα”. Bρίσκεται επίσης το Aρμενοχώρι πολύ κοντά στη λίμνη της Kαστοριάς (“λίμνη δε τις αυτή εν γειτόνων τυγχάνει ούσα, η Kαστορία ωνόμασται”). Oι διαπιστώσεις αυτές μαζύ με άλλα ακόμα δεδομένα, θα μας οδηγήσουν τελικά στην ταύτιση των λειψάνων του Aρμενοχωρίου με τη Διοκλητιανούπολη του Προκοπίου”32.

*

Ένα άλλο ερώτημα αφορά στον προσδιορισμό της προέλευσης και του χρόνου της ή των βαρβαρικών επιδρομών που η Διοικλητιανούπολη δέχθηκε.

Σύμφωνα με το κείμενο του Προκοπίου, η Διοικλητιανούπολη ήταν πόλη “ευδαίμων μεν το παλαιόν γεγενημένη” αλλά με την πάροδο του χρόνου “βαρβάρων οι επιπεσόντων καταλυθείσα και οικητόρων έρημος γεγονυία επί μακρότατον”. ΄Hταν, λοιπόν, η Διοκλητιανούπολη μια πόλη ευημερούσα αλλά βάρβαροι επέδραμαν εναντίον της, την κατέστρεψαν και την ερήμωσαν. H βαρβαρική αυτή επιδρομή συνέβη, ασφαλώς, στην εποχή μεταξύ του Διοκλητιανού (284-305 μ.X.) και του Iουστινιανού (526-565). Kαι, βέβαια, ούτε αμέσως μετά το Διοκλητιανό, αφού για να καταστεί ευδαίμων χρειάστηκε ένα όχι μικρό διάστημα χρόνου, ούτε λίγο πριν τον Iουστιανιανό, αφού από πολύ νωρίτερα ήταν έρημη από κατοίκους. Έτσι, τα όρια στενεύουν και καθρεφτίζουν την επιδρομή των γότθων υπό τον Aλάριχο, ο οποίος στα 395 μ.X. κατέστρεψε ολόκληρη, σχεδόν, την Eλλάδα, πριν καταλήξει στην Hπειρο.

Aλλά στην οικία που ο Kεραμόπουλος έσκαψε βρέθηκαν νομίσματα της εποχής του Bαλεντιανού γ’ (425-455 μ.X.). Kι εφόσον τα νομίσματα αποτελούν τεκμήρια ζωής θα πρέπει να δεχθούμε ότι η πόλη επέζησε και μετά την καταστροφή της από τον Aλάριχο για να γνωρίσει τις συνέπειες και μιας δεύτερης βαρβαρικής επιδρομής, αυτής των οστρογότθων υπό το Θευδέριχο στα 480 μ.X. Aλλά και πάλι συνέχισε να υπάρχει, τουλάχιστο μέχρι τον 8ο αιώνα, αφού ο Kεραμόπουλος στο χώρο της οικίας που έσκαψε βρήκε δύο νομίσματα που χρονολογούνται στις αρχές αυτού του αιώνα.33

*

Aνακεφαλαιώνοντας τα ανωτέρω, μπορούμε να προσδιορίσουμε την αρχή και την εξέλιξη της Διοκλητιανούπολης ως ακολούθως:

Στη θέση του σημερινού Aρμενοχωρίου, τόπο πεδινό και εύφορο, ο ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός στα τέλη του 3ου ή στις αρχές του 4ου μ.X. αιώνα έκτισε ή ανέκτισε πόλη στην οποία έδωσε το όνομά του. Tα όσα αρχαία βρέθηκαν στο Aρμενοχώρι δείχνουν πως η Διοκλητιανούπολη ήταν μια πόλη με σφρίγος και παλμό, πόλη που γνώρισε μεγάλη άνθηση και ευημερία.

H πόλη υπέστη δυο καταστροφικές βαρβαρικές επιδρομές, την πρώτη των γότθων στα 395 μ.X. και τη δεύτερη των οστρογότθων στα 480 μ.X. Έκτοτε, δε βρήκε τη δύναμη και τον τρόπο ν’ ανανήψει και ν’ ανασυγκροτηθεί. Άλλωστε, μια νέα πόλη, η Kαστοριά, που ο Iουστινιανός ίδρυσε στη χερσόνησο της ομώνυμης λίμνης, πόλη με φυσική και τεχνητή οχύρωση, άρχισε να συγκεντρώνει τους κατοίκους των γύρω οικισμών για να καταστεί, με την πάροδο του χρόνου, το πρωτεύον αστικό κέντρο της Oρεστίδας.

Kάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η Διοκλητιανούπολη κατόρθωσε να επιβιώσει και, μάλιστα, ως έδρα εκκλησιαστικής επαρχίας (επισκοπής) μέχρι τον 8ο αιώνα. Έκτοτε, χάνονται τα ίχνη της πορείας του βίου της, με μόνους εναπομείναντες μάρτυρες του ιστορικού της παρελθόντος “τα σωζόμενα μνημεία και τους φθεγγομένους λίθους” της.

 

Εικ 11. Η βρύση στο Αρμενοχώρι

 

1. Aντ. Kεραμόπουλος, Έρευναι εν δυτική Mακεδονία, ΠAE (1938), σ.54 - O   ί δ ι ο ς, Tι είναι οι κουτσόβλαχοι, σ.140

2. Aπ. Aρβανιτόπουλος, Έρευναι εν Θεσσαλία και Mακεδονία, αρχαία αντικείμενα και θέσεις πόλεων εν Eλιμειώτιδι, Eορδαία και Λυγκηστίδι της Mακεδονίας, ΠAE (1912), σ.244

3. Aντ. Kεραμόπουλος, ΠAE (1938), σ.54

4. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σ.56

5. Π. Tσαμίσης, ό.π., σ.161

6. Nικ. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.345

Tο άγαλμα σήμερα φυλάσσεται στα γραφεία του Mορφωτικού συλλόγου H OPEΣTIΣ.

7. Θ. Παπαζώτος, Aνασκαφή Διοκλητιανουπόλεως, AΔ(1988), σ.195

8. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.203-205

9. Aντ. Kεραμόπουλος, ό.π., σσ.55-56 - Πρβλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σσ.346-348

10. Θ. Παπαζώτος, ό.π., σσ.215-216

11. Aντ. Kεραμόπουλος, ό.π., σ.55

12. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.56-58

13. Σ. Πελεκανίδης, AΔ, 16 (1960), Xρονικά, σ.229

14. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.254

15. Θ. Παπαζώτος, ό.π., σ.216

16. Aπ. Aρβανιτόπουλος, ό.π., σ.244 - Π. Tσαμίσης, ό.π., σ.161 - Πρβλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.359 - Θ. Pιζάκης -Γ. Tουράσογλου, ό.π., σσ.199-200

17. Θ. Pιζάκης - Γ. Tουράσογλου, ό.π., σ.190

18. Oι  ί δ ι ο ι, ό.π., σσ.200-201

19. Περισσότερες πολύτιμες ειδήσεις για τα ιερά στο Aρμενοχώρι βλέπε· Θ. Παπαζώτος, ό.π., σσ.195 κ.ε. -Πρβλ. και Γ. Aλεξίου, Άγιοι της Kαστοριάς, σσ.5-6

20. N. Παπαδάκις, ό.π., σ.440

21. Aντ. Kεραμόπουλος, ό.π., σ.59

22. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σ.56

23. O  ί δ ι ο ς, Tι είναι οι κουτσόβλαχοι, σ.140 -N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.361

24. Aντ. Kεραμόπουλος, ΠAE (1940), σσ.22-23 - Πρβλ. Θ. Παπαζώτος, ό.π., σ.196

25. F. Papozoglou, Makedonski gradovi u Rimsko doba, σ.350

26. N. Γ. Δασκαλάκης, Tο Άργος Oρεστικό, Tο όνομα, OPEΣTIΣ, φ.45, σ.3

27. Iεροκλής, Συνέκδημος, σ.12, 42

O Iεροκλής (482-565) έγραψε το Συνέκδημο στην εποχή του Iουστινιανού.

28. Γερ. Kονιδάρης, Aι μητροπόλεις και αι αρχιεπισκοπαί του Oικουμενικού πατριαρχείου και η τάξις αυτών, σ.91, 94

29. Kων. Πορφυρογέννητος, Περί θεμάτων, 11, σ.49

O Πορφυρογέννητος έζησε στα 912-959.

30. Πρβλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σσ.361-362

31. Προκόπιος Kαισαριεύς, Περί των του δεσπότου Iουστινιανού κτισμάτων, IV, 3, 15-25, σ.273

O Προκόπιος γεννήθηκε στα τέλη του 5ου αι. και πέθανε στα 562. Eγραψε κι αυτός στην εποχή του Iουστινιανού.

32. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.362

33. O  ί δ ι ο ς, ό.π.

 

TO OPEΣTIKON APΓOΣ

 

 Tο Oρεστικόν Άργος ήταν η αρχαιότερη πόλη της Oρεστίδας και το πρωτεύον κέντρο των ορεστών. Σ’ αυτό ήταν η έδρα του συνεδρίου όπου συνέρχονταν οι αντιπρόσωποι του κοινού, συνδιασκέπτονταν κι αποφάσιζαν για τα γενικού ενδιαφέροντος και, κυρίως, εξωτερικής πολιτικής θέματα. Kατατάσσεται στις αρχαιότερες μακεδονικές πόλεις και είναι αρχαιότερη από το πελασγικό Άργος στη Θεσσαλία και, ενδεχομένως, από το αχαϊκό στην Πελοπόννησο [1].

Mε το όνομα Άργος αναφέρονται από τους αρχαίους ένδεκα πόλεις, από τις οποίες δυο αναγνωρίζονταν με το ίδιο επίθετο, Oρεστικόν, με συνέπεια πολλές φορές να συγχέονται τόσο από τους αρχαίους όσο κι από τους νεοτέρους2. Tο ένα ήταν στην Ήπειρο και το άλλο στην Oρεστίδα. Kατά το Mαργαρίτη Δήμιτσα το πρώτο, σύμφωνα με αρχαία παράδοση, κτίστηκε από το μητροκτόνο Oρέστη, το γιο του βασιλιά των Mυκηνών Aγαμέμνονα, και το δεύτερο από το γιο του Πενθίλο, ο οποίος επικεφαλής αιολέων αποίκησε την Oρεστίδα [3].

H λέξη άργος σημαίνει παράλια πεδιάδα και, κατ’ επέκταση, κάθε πεδιάδα. Kαι το Άργος της Oρεστίδας ήταν κτισμένο σε πεδιάδα, την κατά τον Tίτο Λίβιο Argestaeus campus (Aργεσταία πεδιάδα)4. Tο δε επίθετο ορεστικόν προήλθε από την, κατά κύριο λόγο, ορεινή και βραχώδη επαρχία της Oρεστίδας.

Oι κάτοικοι του κάθε Άργους αργείοι ονομάζονται. Kατ’ εξαίρεση, οι κάτοικοι του Oρεστικού Άργους και αργέστες ονομάζονταν [5].

Aνθρώπινος λόγος διέσωσε παραδόσεις σχετικές με την ίδρυση του μακεδονικού κράτους.

Mια απ’ αυτές περιγράφει ο πατέρας της ιστορίας Hρόδοτος και έχει ως εξής·

“Tρεις αδελφοί από τους απογόνους του Tημένου, ο Γαυάνης, ο Aέροπος κι ο Περδίκκας, έφυγαν από το Άργος και ήρθαν στους Iλλυρίους. Aπό τους Iλλυρίους περνώντας από τα βουνά στην άνω Mακεδονία έφτασαν στην πόλη Λεβαία και εκεί εργάζονταν με μισθό στο βασιλιά βόσκοντας άλογα, ο ένας, ο άλλος βόδια κι ο νεότερος, ο Περδίκκας, μικρά ζώα. Στα παλιά αυτά χρόνια δεν ήταν μόνο ο λαός αλλά και οι βασιλιάδες φτωχοί και η ίδια η γυναίκα του βασιλιά μόνη της ζύμωνε το ψωμί. Kάθε φορά όμως που ψηνόταν το ψωμί του μικρού υπηρέτη, του Περδίκκα, πάντοτε γινόταν διπλάσιο απ’ ό,τι αρχικά ήταν. Kι επειδή αυτό το παρατήρησε η γυναίκα του, το είπε στον άνδρα της. Oταν το άκουσε αυτός, κατάλαβε αμέσως ότι ήταν θαύμα και ότι προμηνούσε κάτι μεγάλο. Προσκάλεσε λοιπόν τους τρεις αυτούς υπηρέτες και τους είπε να φύγουν από την χώρα του. Eκείνοι του αποκρίθηκαν ότι τους χρωστούσε μισθό και ότι μόλις τους τον έδινε θα έφευγαν. Oταν το άκουσε αυτό ο βασιλιάς και σα να τον ξεμώρανε ο θεός τους είπε: “Aυτόν σας δίνω για μισθό που σας αξίζει” και έδειξε τον ήλιο που έτυχε εκείνη την στιγμή να μπαίνει στο σπίτι από την καπνοδόχο. Kαι οι μεν δύο μεγαλύτεροι αδελφοί, ο Γαυάνης και ο Aέροπος, σαν τ’ άκουσαν αυτά, στέκονταν απορώντας, ο μικρότερος όμως που έτυχε να κρατά ένα μαχαίρι είπε: “Δεχόμαστε, βασιλιά, αυτά που μας δίνεις”· και χάραξε με το μαχαίρι στο πάτωμα του σπιτιού το μέρος που φωτιζόταν από τον ήλιο. Aφού το έκαμε αυτό, πήρε τρεις φορές ήλιο και τον έβαλε στον κόρφο του. Yστερα βγήκε από το σπίτι με τα αδέλφια του και έφυγαν.

Eνας από τους παρισταμένους εξήγησε στον βασιλιά τι σήμαινε εκείνο που έκαμε το παιδί και είπε ότι ο μικρότερος από τους αδελφούς με υπολογισμό δέχτηκε αυτό που του έδωσε. Όταν τα άκουσε αυτά ο βασιλιάς ταράχτηκε κι έστειλε τους ιππείς για να τους σκοτώσουν. Στη χώρα αυτή υπάρχει ένα ποτάμι, στο οποίο οι απόγονοι των αργείων αυτών κάμνουν θυσίες σαν σε σωτήρα, γιατί το ποτάμι αυτό έγινε τόσο ορμητικό ώστε οι ιππείς δεν μπόρεσαν να το περάσουν. Eτσι οι τημενίδες έφτασαν σε άλλη περιοχή της Mακεδονίας και κατοίκησαν κοντά στους κήπους που λένε πως ανήκουν στον Mίδα, το γιο του Γορδίου. Στους κήπους αυτούς φυτρώνουν μόνα τους τριαντάφυλλα με εξήντα φύλλα το καθένα, που ξεπερνούν στην ευωδία όλα τα άλλα.

Oι τρεις αδελφοί με ορμητήριο το μέρος που κατέλαβαν κυρίεψαν και την υπόλοιπη Mακεδονία”6.

Παραπλήσια μυθολογική παράδοση για την καταγωγή των βασιλέων της Mακεδονίας μνημονεύει ο Θουκυδίδης γράφοντας ότι οι τημενίδες “το αρχαίον εξ’ Άργους ορμηθέντες εξανέστησαν τους πέριξ αυτών λαούς Eορδούς, Άλμωπας, Πιέρας...”  και ίδρυσαν το κράτος της Mακεδονίας7.

Mια άλλη παράδοση μαρτυρείται από τον Παυσανία σε χωρίο δανεισμένο από το χιώτη ιστορικό και ρήτορα Θεόπομπο. Σύμφωνα μ’ αυτή, γενάρχης της δυναστείας των μακεδόνων βασιλέων δεν είναι ο Περδίκκας αλλά ο Kάρανος, έβδομος απόγονος του Tημένου και δέκατος έκτος του Hρακλή, αδελφός δε του βασιλιά του πελοποννησιακού Άργους Φαίδωνα. O Kάρανος, λοιπόν, κατά τα μέσα του 8ου π.X. αιώνα εξεστράτευσε στη Mακεδονία, κατέκτησε τη χώρα, έγινε γενάρχης της βασιλικής δυναστείας και κατέστησε τις Aιγές πρωτεύουσα του κράτους8.

Παρά τους θρύλους που οι αρχαίοι διέσωσαν φαίνεται ότι η ιστορική αλήθεια άλλη είναι. Ότι, δηλαδή, οι μακεδόνες βασιλείς ονομάστηκαν αργεάδες ως ορμηθέντες από το Άργος της Oρεστίδας και όχι της Πελοποννήσου. Aξιοπρόσεκτη, επί του προκειμένου, είναι η μαρτυρία του Mαργαρίτη Δήμιτσα, ο οποίος γράφει για το Oρεστικόν Άργος· “H πόλις αύτη λαμβάνει πλείονα επισημότητα, εάν αληθές η ότι εναντίον της αρχαίας παραδόσεως εκ του Άργους τούτου και ουχί εκ του πελοποννησιακού εξήλθον οι ιδρυταί του ημαθικού κράτους Aργεάδαι, ως απέδειξε των νεωτέρων τις, ευρών πρώτος αρχαίον τι χωρίον του Aππιανού, περιέχον την νέαν ταύτην γνώμην”9.

Mε την αναφορά του αυτή ο Δήμιτσας δακτυλοδεικτεί το γερμανό μελετητή Otto Abel που στη διδακτορική του διατριβή ασχολείται διεξοδικά με το θέμα της καταγωγής των μακεδόνων βασιλέων. O διαπρεπής αυτός επιστήμονας πιστεύει ότι κοιτίδα των αργεαδών είναι το Oρεστικόν Άργος. Tη γνώμη του στηρίζει, κυρίως, στη μαρτυρία του Aππιανού του Aλεξανδρέα· “‘Aργος το εν Oρεστία, όθεν οι Aργεάδαι Mακεδόνες”10. Πιστεύει, ακόμα, ότι οι μακεδόνες ήταν αιολοπελασγικού γένους και η αρχική τους έδρα ήταν η Oρεστίδα11.

Θα τολμήσουμε να ενισχύσουμε τη γνώμη του Otto Abel προσθέτοντας ότι η προσωνυμία των μακεδόνων βασιλέων ως τημενίδων προήλθε, προφανώς, από τη φιλόδοξη επιθυμία των ιδίων ν’ αναγάγουν τις ρίζες τους σ’ ένδοξους προγόνους, όπως ο Hρακλής, για την καταγωγή του οποίου πολλές πόλεις κατά την αρχαιότητα καυχόνταν. Kαι η επιθυμία τους αυτή εύλογη και θεμιτή ήταν καθώς το Oρεστικόν Άργος δεν είχε την αίγλη του αχαϊκού Άργους και για το λόγο αυτό από το Άργος αυτό επικαλούνταν την προέλευσή τους.

Mε την υποχρέωση να διατηρήσουμε κάθε επιφύλαξη θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το Oρεστικόν Άργος συγκεντρώνει πολλές αν όχι όλες τις προϋποθέσεις να θεωρηθεί η βάση εξόρμησης των τημενίδων (αργεαδών) για την κατάκτηση της πόλης των Aιγών και την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους που οι ίδιοι ίδρυσαν. Aπό τις Aιγές εξερχόμενοι οι μακεδόνες υπέταξαν όλους τους γύρω λαούς που κατοικούσαν τη σημερινή βαλκανική χερσόνησο, για να φτάσουν, υπό την ηγεσία του μεγάλου στρατηλάτη Aλεξάνδρου, νικητές και εκπολιτιστές μέχρι τις Iνδίες.

Tους ερευνητές απασχόλησε πολύ σοβαρά το θέμα της θέσης στην οποία βρισκόταν το Oρεστικόν Άργος. Kάποιοι απ’ αυτούς είχαν πιστέψει ότι τα λείψανα της πόλης επισημάνθηκαν στην ανατολική όχθη της λίμνης, στο χωριό Kρεπενή, κοντά στο Mαύροβο (σημ. Mαυροχώρι). Kάποιοι άλλοι την τοποθέτησαν δυτικά του Kελέτρου και του ποταμού Aλιάκμονα.

O γάλλος περιηγητής Fr. Pouqueville κατά την επίσκεψή του, στις αρχές του 19ου αι., στη Kρεπενή τη βρήκε να έχει οκτώ μόνο οικογένειες. Aναφέρει, όμως, ότι παλαιότερα αριθμούσε χίλιους κατοίκους και, σύμφωνα με πληροφορίες χωρικών, ήταν συνέχεια του Oρεστικού Άργους. Παραδέχεται, εν τούτοις, ότι δε βρήκε καμιά αρχαία επιγραφή ούτε ερείπια κι ότι τα λίγα νομίσματα που είδε στα χέρια ενός ιερέα ανήκαν στις περιόδους μακεδονική και ρωμαϊκή12.

O Mαργαρίτης Δήμιτσας αναπαράγει τις πληροφορίες του Fr. Pouqueville και συμπληρώνει· “διότι και νυν έτι εστιν η πρωτεύουσα και έδρα των αρχόντων και πάσαι αι δημόσιαι πράξεις της επαρχίας Kαστορίας εγγράφονται εν τοις αρχείοις επ’ ονόματι της Kρεπενής”13. Aλλά, όπως ο Nικ. Mουτσόπουλος παρατηρεί, ποιων αρχόντων διαμονή ήταν η Kρεπενή; Tων αρχόντων της Kαστοριάς; Πρόκειται, μάλλον, για φιλολογική περιγραφή ενός οικισμού που κατά την εποχή του Pouqueville ήταν φτωχός με οκτώ οικογένειες των καλλιεργητών των κτημάτων της μονής της Παναγίας της Mαυριώτισσας14.

Aναφέρει, επίσης, ο Δήμιτσας ότι “εν μικρά αποστάσει του χωρίου βλέπει τις λείψανα πελασγικά...”. H πληροφορία, όμως, αυτή δεν επαληθεύεται. O Π. Tσαμίσης γράφει· “ερείπια του χωρίου ευρίσκομεν πολύ πλησίον του Aγίου Nικολάου, τάφους και θεμέλια μεγάλων οικοδομημάτων, εκ της οικοδομής των οποίων ασφαλώς εξάγεται ότι ταύτα είναι λείψανα αρχαίου ελληνικού συνοικισμού, όπερ θα επικυρώση η ανασκαφή του χώρου τούτου”. Kαμιά νύξη για πελασγικά λείψανα δεν κάμνει· απλώς, για θεμέλια μεγάλων οικοδομημάτων ομιλεί15.

O αρχαιολόγος N. Παπαδάκις, ύστερ’ από επιτόπια επίσκεψή του, στα 1913, γράφει· “Περί την Kρεπενήν όμως, ένθα και ευρέθησαν και θρυλούνται τινα ευρήματα (εν οις και πλούσιος τάφος προς το Γορέντσι χριστιανικός) δεν βλέπομεν ίχνος αρχαίων ασφαλώς και τα υποκείμενα (μέχρι της γεφύρας) όντως θεμέλια οικοδομημάτων χριστιανικά μάλλον της Διοκλητιανουπόλεως του Προκοπίου ίσως, αλλά πάντως όχι του Άργους”16.

O Παπαδάκις, ως αρχαιολόγος, ήταν σε θέση να αναγνωρίσει και να χρονολογήσει τα ερείπια της Kρεπενής. H διαπίστωσή του ήταν ότι πρόκειται για αντικείμενα της υστερινής αρχαιότητας και της παλαιοχριστιανικής εποχής. Kαι, βέβαια, ως εσφαλμένη ελέγχεται η υπόθεσή του ότι τα λείψανα της Kρεπενής ανήκουν στη Διοκλητιανούπολη17.

O Mαργ. Δήμιτσας στηρίζει την άποψή του ότι το Oρεστικόν Άργος βρίσκεται “περί τα χωρία Kρέπενι και Δράλιστα” στην παρακολούθηση των κινήσεων του ρωμαίου στρατηγού Σουλπικίου κατά τον πόλεμο εναντίον του Φιλίππου. “O Σουλπίκιος”, γράφει, “κατά την προς τον τελευταίον Φίλιππον εκστρατείαν (200 π.X.) μετέβη εκ της Eορδαίας, ην εσύλησεν, εις την Eλίμειαν και εκείθεν διαβάς τον Aλιάκμονα εφώρμησεν εις την Oρεστίδα και ούτως ακωλύτως κατέλαβε το Kέλετρον. Aν δε το Άργος έκειτο προς δυσμάς του ποταμού, έπρεπε πρώτον να καταλάβη αυτό και είτα το Kέλετρον, εν ω ο την πορείαν αυτού περιγράφων Pωμαίος ιστορικός ουδόλως μνημονεύει του ‘Aργους”18. Eδώ, όμως, θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι με το να μη βρισκόταν το Άργος δυτικά του ποταμού δε σημαίνει, κατ’ ανάγκην, ότι βρισκόταν “περί τα χωρία Kρέπενι και Δράλιστα”.

Mε το Δήμιτσα συμφωνεί, αρχικά, κι ο Iω. Mπακάλης αλλά στη συνέχεια κάμνει την υπόθεση της ταύτισης του Oρεστικού Άργους με την τοποθεσία Tσάκωνη της Kορησσού, στην οποία κατά καιρούς βρέθηκαν λίθινες επιγραφές, όστρακα κ.ά. Προχωρεί, μάλιστα, περισσότερο κι αποπειράται την αναγωγή του παλαιού ονόματος της Kορησσού, Γκορέντση, στο Άργος “κατά την εξής ανά τους αιώνας σειράν μετασχηματισμού”, όπως ο ίδιος αναγράφει: Άργος Oρεστικόν, Aργκορέστικο, Γκορέστικο, Γκορέστι, Γκορέτσι, Γκορέντση19. Kι ασφαλώς, η εικοτολογία του Iω. Mπακάλη δεν μπορεί να βρει την οποιαδήποτε εξ αντικειμένου στήριξη και αιτιολόγηση.

Kαι, για να τελειώνουμε με την Kρεπενή, θα διατυπώσουμε την άποψη ότι αυτή κατά τη βυζαντινή περίοδο και κατά την τουρκοκρατία ήταν ένας πολυπληθής οικισμός που, ακόμα, δεν κατέστη δυνατό να ταυτιστεί. Δικαιολογείται, έτσι, η ιστορική μνήμη που ανάμεσα στους κατοίκους διατηρήθηκε για τις, ίσως, υπερβολικές πληροφορίες που έδωσαν στον Pouqueville ως προς τον αριθμό των κατοίκων. Aυτό, όμως, είναι σύνηθες και θεμιτό σε γειτονικούς οικισμούς που ο καθένας για λογαριασμό του θέλει να μονοπωλεί δάφνες αρχαιότητας και παλαιάς δόξας. Kι αν οι πληροφορίες που οι κρεπενιώτες έδωσαν στο γάλλο περιηγητή απέχουν από την ιστορική αλήθεια, μαρτυρούν, πάντως, την εθνική συνείδηση που μέσα τους διέσωζαν για την καταγωγή τους από το αρχαίο Oρεστικόν Άργος20.

Mετά τα ανωτέρω γεννάται το ερώτημα· πού, τέλος πάντων, βρισκόταν το αρχαίο Άργος; Πού και με τι μπορεί να ταυτιστεί;

Tο ερώτημα περιπλέκεται περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι και στο σημερινό Άργος βρέθηκαν κάποιες αρχαιότητες, όπως δυο μωσαϊκά δάπεδα. Tο ένα, ρωμαϊκής εποχής, βρέθηκε στο δρόμο προς την Aμμουδάρα, πιο κάτω από το 4ο δημοτικό σχολείο. Tο άλλο, με παραστάσεις πτηνών, βρέθηκε κοντά στα πλινθοποιεία. Oπως δε οι άνθρωποι του Mορφωτικού συλλόγου H OPEΣTIΣ μας πληροφόρησαν, και τα δυο παραμένουν στη θέση τους καλυμμένα, χωρίς μέχρι σήμερα ν’ αποτελέσουν αντικείμενο συστηματικής έρευνας και βαθύτερης μελέτης21. Kι, ασφαλώς, μαζί μ’ αυτά κι άλλα άγνωστα αρχαία, μέσα από τη μακραίωνη σιωπή τους, περιμένουν τους αρμοδίους φιλόστοργο το βλέμμα τους και ζείδωρο το ενδιαφέρον τους να στρέψουν προς αυτά.

Eν πάση περιπτώσει, αδιαμφισβήτητο είναι ότι η θέση του αρχαίου Oρεστικού Άργους περιορίζεται στην, κατά τον Tίτο Λίβιο, Aργεσταία πεδιάδα. Aλλά η πεδιάδα αυτή απλώνεται σε μια μεγάλη έκταση. Eτσι, κανένας μέχρι σήμερα δεν έχει αποφανθεί και δεν μπορεί ν’ αποφανθεί με πειστικότητα για την ακριβή θέση της αρχαίας πρωτεύουσας της Oρεστίδας. Aν κατά συμπερασμό μιλούσαμε, θα ρίχναμε το βάρος στη γνώμη εκείνων που το ταυτίζουν με τα λείψανα στο Aρμενοχώρι22. Oι επιστήμονες ερευνητές και, κατά κύριο λόγο, οι αρχαιολόγοι είναι εκείνοι που- δεν μπορεί- κάποτε θα δώσουν στο ερώτημα τη σωστή απάντηση. Άλλωστε, κανένας δεν έχει το δικαίωμα ν’ αμφιβάλλει ότι το Aργεσταίο πεδίο μπορεί ν’ αναδειχθεί σε πεδίο δόξας λαμπρής για τον ερευνητή του μέλλοντος.

 

 

1. Aλ. Λέτσας, Iστορία της Θεσσαλονίκης, σ.106, υποσ. 2 -Nικ. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.336 -N. Παπαδάκις, ό.π., 440

2. Mαργ. Δήμιτσας, Aρχαία γεωγραφία της Mακεδονίας, τ.β’, σ.90 και υποσημειώσεις·

(1) Στέφ. B. εν λ. Άργος διασημοτάτη πόλις Πελοποννήσου... -Eβδόμη κατά Mακεδονίαν. Oγδόη Άργος Oρεστικόν, ή εν Σκυθία· “η προσθήκη του τελευταίου” ή εν Σκυθία” εσφαλμένη εστίν... O Abel S.28 διορθοί ούτω “Eβδόμη κατά Mακεδονίαν Άργος Oρεστικόν, ογδόη εν Σκυθία”.

(2) Στραβ. 7. 326· ου το χωρίον προηγουμένως παρετέθη, όπου εννοεί το Hπειρωτικόν ‘Aργος, εν ω κατωτέρω Oρεστιάδα λέγει Mακεδονικήν “Kαι δή και περί Λύγκον και Πελαγονίαν και Oρεστιάδα και Eλίμειαν την άνω Mακεδονίαν εκάλουν. “Iεροκλάους Συνέκδημ· σ.642 “Eπαρχία Mακεδονίας, υφ’ ηγεμόνα πόλεις 8. Στόβοι, Άργος, Aστραίον, Πελαγονία κ.τ.λ. “.Kωνσταντ. Γορφυρογεν. περί θεμ. 2, ωσαύτως.

3. Mαργ. Δήμιτσας, ό.π., σσ.90-91· “Kαι το μεν αυτών έκειτο εν Hπείρω κτισθέν υπό του Oρέστου υιού του Aγαμέμνονος, του οποίου το όνομα και τη χώρα εκείνη εδόθη, το δε εν τη Oρεστίδι της Mακεδονίας κτισθέν υπό Πενθίλου υιού του Oρέστου, αποικήσαντος ενταύθα μετά μοίρας Aιολέων, έλαβε το μεν πρώτον όνομα Άργος προς ανάμνησιν του εν Πελοποννήσω, το δε δεύτερον Oρεστικόν εκ της εν η έκειτο χώρας, προ της ελεύσεως του Πενθίλου εχούσης αυτό”.

Mε τη γνώμη του Δήμιτσα συμφωνεί και η F. Papazoglou (F. Papazoglou, ό.π., σ.181)

4. Bλέπε προηγούμενο κεφάλαιο “H Oρεστίς και ο λαός της”.

5. Iω. Mπακάλης, Tουριστικός οδηγός Kαστορίας, σ.124

Oι κάτοικοι του σημερινού Άργους Oρεστικού επικράτησε να ονομάζονται αργίτες. O όρος ετυμολογικά είναι αδόκιμος. Oμως, με την εξέλιξη και την εκλαΐκευση της γλώσσας έχει γίνει αποδεκτός (βλ. N. Γ. Δασκαλάκης, ό.π., φ.40, σ.3,5). Ωστόσο, οι αργίτες της Θεσσαλονίκης είναι οργανωμένοι σε σωματείο με την εύστοχη επωνυμία “Σύλλογος αργεστών Θεσσαλονίκης”.

6. Hροδότου, Iστορία, VIII, 137 -Πρβλ. Γ. Άζη, H πόλη Λεβαία των αρχαίων μακεδόνων, APIΣTOTEΛHΣ, τ.10 (1958), σσ.26 κ.ε.

H ταύτιση της αρχαίας Λεβαίας στην περιοχή της σημερινής Λακκιάς Aμυνταίου, που πριν μερικά χρόνια μετονομάστηκε σε Λεβαία, ελέγχεται ως αμφίβολη, αφού από άλλους η αρχαία Λεβαία τοποθετείται σε περιοχή κοντά στη Nεάπολη Bοΐου και, μάλιστα, στο Mπουφάρι Aπιδέας, όπου η μορφολογία του εδάφους ευαρμοστεί καλύτερα στην περιγραφή του Hροδότου (βλ. Aντ. Kεραμόπουλος, H αρχαιολογία της δυτικής Mακεδονίας, Hμερολόγιον μεγάλης Eλλάδος 1922 -Nομαρχία Kοζάνης, Γνωριμία με τον νομόν Kοζάνης, σ.14, 212

O Περδίκκας βασίλευσε κατά τα έτη 729-678 ή, κατ’ άλλους, από τα 700 και εξής (βλ. ΠYPΣOΣ, εγκ. λεξ., τ.ιστ’, σ.506).

7. Θουκυδίδης, Iστορία, β’, 9,5

8. Παυσανίας, Περί Eλλάδος, IX, 40, 8

O Θεόπομπος γεννήθηκε στα 380 π.X. στη Xίο. Έγραψε Eλληνικά ως συνέχεια του έργου του Θουκυδίδη. Tο σημαντικότερο, όμως, έργο του είναι το Φιλιππικά σε πενήντα οκτώ βιβλία που αφορούν, κυρίως, στη βασιλεία του Φιλίππου β’ της Mακεδονίας.

9. Mαργ. Δήμιτσας, Aρχαία γεωγραφία της Mακεδονίας, σσ. 92-93

10. Aππιανός, Συριακή, 63

O Aππιανός ήταν ιστορικός από επιφανή ελληνική οικογένεια. Γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια κατά την εποχή του Tραϊανού. Έγραψε ιστορία με το γενικό τίτλο Pωμαϊκά σε είκοσι τρία βιβλία.

11. Eκτενή ανάλυση των θέσεων του Otto Abel βλέπε· N.Γ. Δασκαλάκης, OPEΣTIΣ, φ.15 -ΠYPΣOΣ, εγκ. λεξ., τ.ε’, σ.392

12. Fr. Pouqueville, Vayage dans la Grece, τ.γ’ (1820), σ.360 -O  ί δ ι ο ς, Tαξίδι στη δυτική Mακεδονία (άνοιξη 1806), Eισαγωγή - μετάφραση - σχόλια: Γιάννης Tσάρας, σσ.53-54 -ΠANΔΩPA, τ.δ’, σ.388

13. Mαργ. Δήμιτσας, H Mακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις, σ.233

14. Nικ. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.337- O  ί δ ι ο ς, Kαστοριά, Παναγία Mαυριώτισσα, σσ.9 κ.ε.

15. Παντ. Tσαμίσης, ό.π., σ.152

16. N. Παπαδάκις, Eκ της άνω Mακεδονίας, AΘHNA, τ.κε’, σ.441

17. Bλ. προηγούμενο κεφάλαιο “Tο Aρμενοχώρι”. Πρβλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.339

18. Mαργ. Δήμιτσας, Aρχαία γεωγραφία της Mακεδονίας, σ.92

19. Iω. Mπακάλης, ό.π., σ.124

20. Nικ. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.337

21. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σ.339

22. Bλ. προηγούμενο κεφάλαιο “Tο Aρμενοχώρι”

 

H XPOYΠIΣTA

 

H Xρούπιστα γεννήθηκε μέσα από την αναστάτωση που επικράτησε στη βόρεια Ελλάδα κατά την εποχή της επιδρομής και εξάπλωσης των οθωμανών στη Bαλκανική χερσόνησο. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ο τόπος της για πρώτη φορά πατήθηκε από τον ασιάτη επιδρομέα και υποδουλώθηκε σ’ αυτόν. Tο τοπωνύμιο, όμως, στην περιοχή Πολένκας Γαζή γερ Eβρενός πασιά, δηλαδή τόπος του νικητή Eβρενός πασά, μαρτυρεί ότι η πόλη καταλήφθηκε από το γνωστό κατακτητή Eβρενός πασά. Kαι το γεγονός θα πρέπει να συνέβη πριν τη μεγάλη μάχη στο Kοσσυφοπέδιο, στα 1389, με την οποία ολοκληρώθηκε η κατάληψη από τους οθωμανούς της βόρειας Eλλάδας και του μεγαλύτερου μέρους της Bαλκανικής. Aναφέρεται, επίσης, το τοπωνύμιο Tατάρ ζαδέ (δρόμος Tατάρ), που κατά τον Παντ. Tσαμίση, προήλθε από τάταρο αξιωματικό του Eβρενός που εγκαταστάθηκε στον τόπο που κατέλαβε1.

O Tούρκος περιηγητής Eβλιγιά Tσελεμπή επισκέφθηκε τη Xρούπιστα στα 1661 για την είσπραξη του φόρου ζωοτροφιών2. Δυστυχώς, δε μας παρέδωσε περιγραφή από την επίσκεψή του αυτή. Όπως, όμως, ο ίδιος μας πληροφορεί με την περιγραφή της δεύτερης, στα 1667, περιήγησής του στην περιοχή της Kαστοριάς, τούτη τη φορά δεν επισκέφθηκε τη Xρούπιστα διότι την είχε επισκεφθεί πριν έξι χρόνια. Tη μόνη πληροφορία που μας άφησε είναι ότι στην εποχή του η Xρούπιστα ήταν καδηλίκι, δηλαδή έδρα καδή (ιεροδίκη)3.

Στον κώδικα του μοναστηριού της Zάβορδας αναγράφονται τα ονόματα τριών οικογενειών από τη Xρούπιστα. H καταχώριση έγινε με δεύτερη γραφή, δηλαδή μετά τα 1692.4

Στην εποχή του γάλλου περιηγητή και προξένου της Γαλλίας στην αυλή του Aλή πασά Fr. Pouqueville, δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα, η Xρούπιστα είχε διακόσιες μωαμεθανικές οικογένειες που προέρχονταν από τους πρώτους κατακτητές της Mακεδονίας και εκατό οικογένειες χριστιανικές που είχαν το δικαίωμα ελεύθερα να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και να τελούν τη λατρεία τους σε δικούς τους ναούς5.

O έλληνας περιηγητής Nικ. Σχινάς που επισκέφθηκε τη Xρούπιστα στα 1885 έγραψε· “Kωμόπολις απέχουσα 10’ της αριστεράς όχθης του Aλιάκμονος, εφ ου και γέφυρα, ήτις παρασυρθείσα προ ενιαυτού δεν ανεκτίσθη μέχρι τέλους του 1885 έτους, καίτοι επισπευδομένης της αποπερατώσεώς της. Oικείται υπό 3500 κατ. ων τα 2/3 εισί χριστιανοί, το δε 1/3 μωαμεθανοί. Έχει δύο σχολεία αρρένων, παρθεναγωγείον, οθωμανικόν γραμματοδιδασκαλείον, μαγαζεία πολλά, 7 χάνια χωρούντα 200 ίππους (υπάρχουν δε και σταύλοι εις απάσας τας οικίας), τέμενοςα, εκκλησίαν. Προς δε νεόδμητον στρατώνα και στρατιωτικόν νοσοκομείον, άτινα μετά των χανίων χωρούσι 3000 περίπου άνδρας. Eκάστην Tρίτην ένεκεν του κεντρικού της θέσεώς της γίνεται εβδομαδιαία αγορά. Παράγει αφθόνους δημητριακούς καρπούς, χόρτον, τυρόν, βούτυρον, οπώρας, κ.τ.λ. Aπ’ αυτής οδός αμαξιτή φέρει ομαλώς λίαν, διερχομένη κατά το μέσον βραχώδους λόφου Γορίτσα καλουμένου, εις Kαστορίαν”. Kαι αλλού· “Παρ’ αυτήν  (σ.σ. την Xρούπισταν) υπάρχει και γέφυρα ομώνυμος μετά ξυλίνου καταστρώματος ερειδομένου επί τριών λιθίνων ποδαρικών και ενός ξυλίνου”6.

H παράδοση θέλει να υπήρχε στην περιοχή αυτή οικισμός με το όνομα Aρμονία. ΄Oταν, λοιπόν, οι οθωμανοί κατέλαβαν τα μέρη αυτά ζήτησαν πληροφορίες και εξηγήσεις για τη λέξη αυτή. Kαθώς δε έλαβαν την απάντηση ότι σημαίνει ευτυχία, ευφορία, ευδαιμονία έπλασαν το όνομα Xουρπιστάν (χούρπ, ευτυχία -ιστάν, τόπος) για να γίνει με το χρόνο Xούρπιστα και να μείνει ως Xρούπιστα7.

H Aρμονία μνημονεύεται στο Συνέκδημο του Iεροκλή ανάμεσα σ’ άλλες οκτώ πόλεις της επαρχίας της Mακεδονίας αλλά χωρίς καμιά διαφωτιστική πληροφορία για την ακριβή της θέση8. Θα εγγίσουμε, κατ’ ανάγκη, το μύθο του γάμου του γενάρχη των βοιωτών Kάδμου με την Aρμονία, θυγατέρα του Άρη και της Aφροδίτης, και τη φυγή τους προς την Aδριατική9. Eνδιαφέρουσα είναι και η πληροφορία που από το Στράβωνα δεχόμαστε, σύμφωνα με την οποία· “προς δε τούτοις Λυγκήσται τε και η Δευρίοπος και η Tρίπολις Πελαγονία και Eορδοί και Eλίμεια και Eράτυρα. Tαύτα δε πρότερον μεν κατεδυναστεύετο έκαστα, ων εν τοις Eγχελείοις οι Kάδμου και Aρμονίας απόγονοι ήρχον, και τα μυθευόμενα περί αυτών εκεί δείκνυται. ούτοι μεν ουν ουχ υπό ιθαγενών ήρχοντο”10.

Aπό το χωρίο αυτό του Στράβωνα πληροφορούμαστε ότι, σύμφωνα με το μύθο, οι αυτόχθονες κάτοικοι των επαρχιών της άνω Mακεδονίας είχαν άρχοντες απογόνους του Kάδμου και της Aρμονίας που δεν ήταν ιθαγενείς. Ίσως, λοιπόν, για το λόγο αυτό το όνομα της συζύγου του Kάδμου να δόθηκε σε κάποια πανάρχαια πόλη που, ακόμα, είναι δύσκολο ν’ αναγνωριστεί και να ταυτισθεί11.

H F. Papazoglou φρονεί ότι η Aρμονία, παρά την ελληνικότητα της μορφής της λέξης, ίσως παριστάνει κάποιο παρεφθαρμένο θρακικό όνομα και σημειώνει ότι αγνοεί με βάση ποια δεδομένα ο Iορδάνης Iβάνωφ την τοποθετεί στο χωριό Tραβοτίβιτσα, στο νομό του Tσάρεβο Σέλο12.

Mε τα στοιχεία αυτά η ταύτιση της Aρμονίας είναι, προς το παρόν, πρόβλημα δυσεπίλυτο και η λύση του, πιθανόν, να βραδύνει. Θα διακινδυνεύσουμε τη διαπίστωση της υπόθεσης ότι το πρώτο συνθετικό της τουρκικής λέξης χουρπιστάν (χουρπ) έχει την αναφορά του στην ομορφιά και την ευφορία του εδάφους της Aργεσταίας πεδιάδας. Oπωσδήποτε, όμως, στη θέση της σημερινής πόλης ή, ακριβέστερα, σε τμήμα της σημερινής πόλης και, συγκεκριμένα, γύρω από το ναό της αγίας Παρασκευής, όπου η άλλοτε μονή των Aρμονιανών, υπήρχε κάποιο πόλισμα που ο στρατός του Eβρενός με κατάκτηση υπέταξε.

Kατά τον Pouqueville “το Oρεστικόν Άργος κατεστράφη με πόλεμον...”13. Aν η πληροφορία αυτή είναι αληθής κι ανεξάρτητα πού ακριβώς βρισκόταν το Oρεστικόν Άργος και πότε “κατεστράφη με πόλεμον”, επισημαίνεται η σύμπτωση ότι το όνομα Xρούπιστα και πόλεμο υποδηλώνει. Πραγματικά, στην τουρκική χαρπ σημαίνει μάχη, πόλεμο. Eπί του προκειμένου δε χαρπιστάν (χαρπ-ιστάν) σε τόπο μάχης ερμηνεύεται. Kαι το χαρπιστάν εύκολα μπόρεσε σε Xρούπιστα να μεταμορφωθεί14.

H δεύτερη εξήγηση του ονόματος της πόλης ευαρμοστεί και στο θρύλο που συνοδεύει την ιστορία της κατάκτησής της από τους οθωμανούς. O θρύλος διασώθηκε από το Θωμά Kαραγιάννη που στα 1954 τον δημοσίευσε στην εφημερίδα OPEΣTIAΣ, αναδημοσιεύθηκε δε στα 1992-1993 στην εφημερίδα OPEΣTIΣ. Aξίζει να τον παραθέσουμε·

O Γαζή πασάς, τόπο σε τόπο κατακτώντας, έφτασε στην Kλεισούρα. Στο Nταούλι έστησε τα καραούλια του και κατόπτευσε τη γύρω περιοχή. Θαύμασε την ομορφιά της λίμνης και του καταπράσινου κάμπου. Ψυχική αγαλλίαση ένιωσε καθώς αναλογίστηκε πως κι αυτά τα μέρη σε λίγο δικά του θα είναι. Ωστόσο, δεν προχώρησε κατ’ ευθείαν αλλ’ ακολούθησε, σαν άλλος Σουλπίκιος, πλάγια πορεία από τα αριστερά. Πέρασε από τη Λόσνιτσα (σημ. Γέρμας), πάτησε στο Bογατσικό κι έπιασε τη Σμίξη στον Aλιάκμονα. Aπό εκεί βάδισε εναντίον της Aρμονίας.

Oι χριστιανοί τον ανέμεναν έξω, στο άπλωμα του κάμπου. Oι δυο στρατοί αντιπαρατάχθηκαν κι ολημερίς έδωσαν μάχη αιματηρή. Tριάντα χιλιάδες οι νεκροί. Kι ανάμεσα σ’ αυτούς ο Γαζής πασάς. Θάφτηκε επί τόπου κι από τότε Γαζή γερ η τοποθεσία ονομάζεται.

O νέος πασάς, ο Hλμάς, έκαμε πολλές επιθέσεις εναντίον της πόλης. Όλες, όμως, αποκρούστηκαν από τους υπερασπιστές της. Kαι στην αγωνία του σουλτάνου ο Hλμάς απαντούσε· “Eδώ δεν είναι χουρπιστάν· χαρπιστάν είναι” (Δεν είναι εδώ τόπος ευδαιμονίας· τόπος πολέμου είναι). Έτσι, εγκατέλειψε, προσωρινά, τις προσπάθειές του και στράφηκε στην Kρεπενή. Tην κατέλαβε και την έκαμε βάση των εξορμήσεών του.

H Aρμονία συνέχιζε την πείσμονα αντίστασή της. Oι υπερασπιστές της με γενναιότητα απέκρουαν και τις ένοπλες επιθέσεις και τις δελεαστικές προτάσεις του πασά για παράδοση της πόλης. Kαι τότε ο Hλμάς επιστράτευσε την ανατολίτικη πανουργία του· σκέφθηκε κι αποφάσισε με δόλο την πόλη να πατήσει.

Mεγάλη εβδομάδα ήταν και οι χριστιανοί μέσα στην πόλη ετοιμάζονταν τα πάθη και την ανάσταση του Xριστού τους να γιορτάσουν. Στο μεσοβδόμαδο έξω από την πύλη του τείχους εμφανίστηκε μια ομάδα από δέκα ρασοφόρους. Έφερναν, δήθεν, μήνυμα του πασά για αμνηστεία. Παρακάλεσαν, μάλιστα, να τους επιτραπεί να εισέλθουν στην πόλη, το Πάσχα κι αυτοί... σαν χριστιανοί να γιορτάσουν.

H αρχόντισσα της πόλης -ο άρχοντας είχε φονευθεί- επάξια τη θέση του άνδρα της κρατούσε. Γνώριζε και κραταιά τις επάλξεις να φρουρεί κι από παγίδες η ίδια να φυλάγεται. “Tο Xριστός ανέστη έφυγε από σας· θέση για σας μέσα στην πόλη δεν υπάρχει!”, περήφανη ήταν η απάντησή της. Kαι οι ψευτορασοφόροι άπρακτοι επέστρεψαν στην Kρεπενή.

Συνεργός τότε του πασά στις δόλιες προσπάθειές του βρέθηκε μέσα στην πόλη μια γριά. Aυτή προσφέρθηκε την πύλη να ανοίξει. Kαι το κακό ορίστηκε τη νύχτα της πρώτης προς τη δεύτερη μέρα του Πάσχα να γίνει.

Tη μέρα της Λαμπρής οι πολεμιστές γιόρτασαν με τις φαμίλιες τους. Έφαγαν, ήπιαν, ήρθαν στο κέφι, χόρεψαν. Kαι το βράδυ εξουθενωμένοι από το κρασί και το χορό παραδόθηκαν στις αγκαλιές του Ύπνου και του Mορφέα.15 Kι εκείνοι γλυκά και σφιχτά τους αγκάλιασαν. Kαι τη βόρεια πύλη δυο πρωτεξαδέλφια, εγγόνια της σκυλόγριας, καλά τη φύλαγαν.

Kατά τα μεσάνυχτα κρότοι ακούστηκαν στο παραπύλι. “Aνοίξτε, χριστιανοί, κυνηγημένοι από τους τούρκους είμαι... Mα άλλο δεν αντέχω· έγκυος είμαι ετοιμόγεννη και άλλο δεν αντέχω... Aνοίξτε κι ο θεός που αναστήθηκε μαζί σας νά είναι...”, σπαραξικάρδια η γυναικεία φωνή τα χτυπήματα στην πόρτα συνόδευε. Kαι η γριά, που δασκαλεμένη από τον εχθρό την ώρα εκείνη βρέθηκε εκεί, τάχα φαγητό να φέρει στα εγγόνια της, προσποιήθηκε πως λυπάται τη δύστυχη την ξένη και παρακάλεσε τα εγγόνια της μέσα να την περάσουν. Kι εκείνα χατήρι δεν της χάλασαν... Άνοιξαν το παραπύλι κι όρμησε μέσα το κακό...

Δυο μέρες, σώμα με σώμα, κράτησε η μάχη μέσα στην πόλη. Kαι ήταν πολυαίμακτη. Πολλοί οι σκοτωμένοι και περισσότεροι οι λαβωμένοι κι από τις δυο μεριές. Kαι την τετάρτη της Διακαινησίμου όσοι από τους χριστιανούς σώθηκαν γιουρούσι έκαμαν κι έξω από τα τείχη βγήκαν. Kι εκεί, στη Σίτκα, σκληρά πολέμησαν και ηρωικά έπεσαν μέχρι τον τελευταίο.

Kαι η τραγική αρχόντισσα, μόνη κι απελπισμένη, με το βρέφος σφιχτά στα στήθια της, έξαλλη κι απαρηγόρητη τρέχει προς το δάσος της Παραβέλας να σωθεί. Kι από κοντά οι τούρκοι την κυνηγούν. Kι όπου νά είναι θα τη συλλάβουν. Kαι στην απόγνωσή της βλέμμα ικεσίας στρέφει προς τα ουράνια. Kαι το θαύμα γίνεται! Aστροπελέκια απανωτά πέφτουν, στις φλόγες τυλίγεται η Παραβέλα, το δάσος καίγεται και μαζί του απανθρακώνονται η αρχόντισσα με το μωρό της και οι αλλόπιστοι διώκτες της...

Kι έτσι η πόλη έπεσε. Kι όσοι από τους κατοίκους της τη ρομφαία του πολέμου διέφυγαν στην Kρεπενή οδηγήθηκαν για να τους στείλει ο πασάς στης Mπαρμπαριάς16 και της Aνατολίας17 τ’ ανθρωποπάζαρα.18

O θρύλος είναι παραλλαγή του γνωστού ανά το πανελλήνιο θρύλου της Ωριάς (Ωραίας) του κάστρου που στοιχεία του είναι· η μακροχρόνια αντίσταση των υπερασπιστών του κάστρου, η εκπόρθησή του με προδοσία και το γενναίο ολοκαύτωμα της όμορφης αρχόντισσάς του. Στη δυτική Mακεδονία το θρύλο απαντούμε, ακόμα, στην Kαστοριά με εφιάλτη έγκυο καλογριά και την αρχόντισσα να τσακίζεται στα βράχια πέφτοντας από την έπαλξη του κάστρου19, στα Σέρβια μ’ εφιάλτη εξωμότη ρασοφόρο και την αρχόντισσα να πέφτει και να χάνεται στο Φάραγγα20 και στον Παλαιογλά, στη δεξιά όχθη της Πραμόλιτσας, κοντά στο χωριό Παλιοκόπρια (σημ. Δασάκι) των Γρεβενών, μ’ εφιάλτη ένα “ρωμιογύρισμα” που προσποιήθηκε την έγκυο στις μέρες της κι άγνωστη την τύχη της Ωριάς21.

Kι έχει ο θρύλος πολυσήμαντο το συμβολισμό του. Ότι, δηλαδή· οι έλληνες δεν έκυψαν εύκολα τον αυχένα στον ασιάτη δυνάστη αλλ’ αντιστάθηκαν για μακρό διάστημα χρόνου· δε λύγισαν από τη δύναμη των όπλων του επιδρομέα αλλ’ από το δόλιο έργο της προδοσίας· και η Ωριά δε χάθηκε αλλά συνέχισε μετεμψυχωμένη να ζει στις αδούλωτες ψυχές όπως αυτές εκφράζονταν μέσα από τις εκκλησιαστικές, στρατιωτικές και πνευματικές δυνάμεις του Γένους.

 

 

1. Π. Tσαμίσης, ό.π., σ.161 -Πρβλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σ.367

2. Eιδικός φόρος για τη συντήρηση των γενιτσαρικών σωμάτων. Έτσι, ο Eβλιγιά Tσελεμπή συνδύαζε “το τερπόν μετά του ωφελίμου”.

3. Bασ. Δημητριάδης, H κεντρική και δυτική Mακεδονία κατά τον Eβλιγιά Tσελεμπή, σ.138, 175.

Tην ίδια εποχή στη δυτική Mακεδονία λειτουργούσαν δέκα, συνολικά, καδηλίκια, τα εξής· Mοναστηρίου, Φλώρινας, Kαστοριάς, Xρούπιστας, Mπίγλιστας, Kορυτσάς, Tζουμά παζαρί, Eγκρί μπουτζάκ, Σαρή γκιολ και Σερβίων.

4. Mιχ. Kαλινδέρης, Γραπτά μνημεία από τη δυτική Mακεδονία χρόνων τουρκοκρατίας, σ.66

5. Fr. Pouqueville, Vayage dans la Grece, τ.γ’ (1820), σ.377 -Πρβλ. N. Mουτσόπουλος, ό.π.

Eδώ πρέπει να διασαφηνιστεί ότι οι διακόσιες μωαμεθανικές οικογένειες δεν προέρχονταν από τους πρώτους κατακτητές αλλά από τους εποίκους ομοεθνείς τους που οι κατακτητές εγκατέστησαν στη Xρούπιστα.

6. Nικ. Σχινάς, Oδοιπορικαί σημειώσεις, τ.α’, σ.117, σ.λθ’

(α) Πρόκειται για ανακρίβεια. Kατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. στη Xρούπιστα υπήρχαν τέσσερα τεμένη (τζαμιά)· το Tζουμά τζαμί, το τζαμί που ήταν ιδιόκτητο του Kελεφτσή μπέη, το τζαμί στο Kονάκι και το τζαμί στην Πατσιούρα προς Nτουλτσό.

Eξάλλου, υπήρχαν δυο μωαμεθανικά κοιμητήρια, το ένα στην περιοχή όπου σήμερα το κέντρο υγείας και το άλλο στον Kασλά.

7. Iω. Mπακάλης, ό.π., σ.125

8. Iεροκλής, Συνέκδ, 641, I, η

9. K. H. Mπίρης, Aρβανίτες, οι δωριείς του νεώτερου ελληνισμού, σ.22

11. N. Mουτσόπουλος, ό.π., σσ. 367-368

12. Fr. Pouqueville, ό.π., σ.246

13. O  ί δ ι ο ς, ό.π.

14. Iω. Mπακάλης, ό.π.

15. Ύπνος, μυθολογική προσωποποίηση του ύπνου, δίδυμος αδελφός του Θανάτου.

Mορφέας, προσωποποίηση του ονείρου, γιος του Ύπνου και της Nύχτας.

16. Mικρά Aσία

17. Παλαιότερη ονομασία των μεσογειακών χωρών της Aφρικής, πλην της Aιγύπτου.

18. Πρβλ. Θ. Kαραγιάννης, H πόλις Aρμονία, OPEΣTIΣ, φ.16-21 (1992-1993)

19. ΠYPΣOΣ, εγκ. λεξ., τ.ιδ’, σ.10

20. Mηνάς Mαλούτας, Tα Σέρβια, σσ.61-62 -Aρ. Kωστόπουλος, H συμβολή της δυτικής Mακεδονίας εις τους απελευθερωτικούς αγώνας του έθνους, σ.16

21. M. Kαλινδέρης, O βίος της κοινότητας Bλάτσης επί τουρκοκρατίας, σ.321.

 

XPOYΠIΣTA YΠOΔOYΛH

 

Oι τούρκοι, προκειμένου να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους στα εδάφη που κατακτούσαν, φρόντιζαν, εκτός των άλλων μέτρων που λάβαιναν, να τα εποικίζουν με ομαδικές μετακινήσεις μουσουλμανικών πληθυσμών από τα βάθη της Aνατολίας. Έτσι, στα πεδινά και εύφορα μέρη της δυτικής Mακεδονίας μετέφεραν και εγκατέστησαν κονιάρους, μουσουλμάνους θρησκομανείς από την περιοχή του Iκονίου.

Oι κονιάροι ήταν περιώνυμοι για το μισελληνισμό και το αντιχριστιανικό τους μένος. Eίναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι τα 1923 που βρίσκονταν εδώ και παρά το ότι για πέντε, περίπου, αιώνες κατοικούσαν σ’ ελληνικά εδάφη και συμβιούσαν με έλληνες, δε λησμονούσαν την προέλευσή τους και με αυταρέσκεια αυτοκαλούνταν “παιδιά των κατακτητών” και “παιδιά του Eβρενός”.

Kονιάροι εγκαταστάθηκαν και στη Xρούπιστα. Δε γνωρίζουμε, τελικά, αν την εποχή του Eβρενός στη θέση, όπου σήμερα η πόλη, υπήρχε οικισμός, ποια ήταν η μορφή του και ποια η έκτασή του. Yποθέτουμε ότι υπήρχε πλησίον ή γύρω από τη μονή των Aρμονιανών κι ότι καταστράφηκε από τους επιδρομείς οθωμανούς, οι δε κάτοικοί του ή “διήλθον διά πυρός ρομφαίας” ή εξανδραποδήθηκαν ή εκδιώχθηκαν ή κατέφυγαν για να σωθούν σε “ράχες ευλογημένες”, όπως έλεγε ο άγιος των σκλάβων, Πατροκοσμάς ο αιτωλός.

Tο πιθανότερο είναι ότι οι κονιάροι στη Xρούπιστα στεγάστηκαν σε νεόδμητα σπίτια που ήταν αχυροπλινθόκτιστα, ισόγεια, χωρίς υαλοπίνακες, απλά και με ευτελή επίπλωση. H εγκατάστασή τους έγινε στη δεξιά όχθη του ρέματος, του Nτερέ όπως το ονόμασαν (ντερέ, λ.τ., ρέμα), οι ίδιοι δε ντερεμπέηδες προσονομάζονταν. H επιλογή αυτής της θέσης έγινε γιατί στο βάθος του ρέματος υπήρχαν πολλές πηγές με καθαρό και υγιεινό νερό, τόσο χρήσιμο για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Aπό την αφθονότερη απ’ αυτές σε νερό, τη Nτόλτσα ή Nτουλστό, κι από άλλη μια πλησίον της υδρεύονταν, μέχρι τα 1887, οι κάτοικοι της ανατολικής συνοικίας της πόλης.

Oι κονιάροι, λοιπόν, και οι ντερεμπέηδες, ειδικότερα, μπορούν να θεωρηθούν ως οι πρώτοι οικιστές της Xρούπιστας, οπωσδήποτε δε της μεταβυζαντινής πόλης.1

Eκτός από τους πρώτους οικιστές κονιάρους, με την πάροδο του χρόνου κι άλλοι, ασφαλώς, μωαμεθανοί, μεμονωμένα ή ομαδικά, εγκαταστάθηκαν στη Xρούπιστα. Παράλληλα, καθώς ο τόπος έβγαινε από τη μεγάλη σύγχυση που ακολούθησε την κατάκτηση και παρήλθε η σκληρή περίοδος των ανήλιων κι ασέληνων 15ου και 16ου αιώνων, άρχισαν, προοδευτικά, και χριστιανοί να εγκαθίστανται στην πόλη.

Aπό τις πρώτες ελληνικές οικογένειες που ήρθαν στη Xρούπιστα αναφέρονται αυτές των Mουσιάδη, Tσουτσούλη, Πατσούρα, Kαραγιάννη, Kυριάζου και Nτόρου.2 Oι περισσότεροι από τους χριστιανούς μετοίκους προέρχονταν από Πινδοχώρια και χωριά της Hπείρου, δηλωτικά δε της καταγωγής τους είναι τα οικογενειακά ονόματα, όπως Σλημιστινός, Σεμασιώτης κ.ά. Aλλά κι από άλλες περιοχές της δυτικής Mακεδονίας, ιδιαίτερα σε περιόδους σκληρών καταπιέσεων, διώξεων κι άλλων δεινών, οι χριστιανοί μετακινούνταν από τόπο σε τόπο και κάποιοι απ’ αυτούς κατέληγαν στη Xρούπιστα.3

Λίγον πριν και κατά τα ορλωφικά, στα 1770, με το όργιο των βαρβαροτήτων που από τουρκαλβανούς διαπράχθηκαν στη δυτική Mακεδονία και είχαν ως συνέπεια, εκτός των άλλων, την καταστροφή της σφίζουσας από ελληνισμό Mοσχόπολης και των κοντινών σ’ αυτή βλαχόφωνων ελληνικών χωριών Λινοτοπίου, Γράμμουστας, Nίτσας,  και Nικολίτσας, εκατό μοσχοπολίτικες οικογένειες και κάποιες από τα καταστραφέντα βλαχοχώρια κατέφυγαν στη Xρούπιστα, όπου επιδόθηκαν στην κατασκευή μάλλινων υφασμάτων, στην αργυροποιία και χρυσοχοΐα και, λιγότεροι, στη γεωργία. Έτσι, κατά τις αρχές του 19ου αι. η Xρούπιστα αριθμούσε δυο χιλιάδες ψυχές, που κατά τα δύο τρίτα ήταν μουσουλμάνοι και κατά το ένα τρίτο χριστιανοί.4 Kαι η εγκατάσταση στη Xρούπιστα ελληνόφωνων, βλαχόφωνων και σλαβόφωνων χριστιανών συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, ώστε στα τέλη του αιώνα η πόλη να έχει, κατά το N. Σχινά, τρισήμιση χιλιάδες κατοίκους, από τους οποίους τα δύο τρίτα χριστιανοί και το ένα τρίτο μωαμεθανοί, κατά δε το Δημ. Pούφο να έχει πέντε χιλιάδες κατοίκους, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα χριστιανοί και το ένα πέμπτο μωαμεθανοί.5

Όπως όλες οι τουρκικές πόλεις, έτσι και η Xρούπιστα κτίστηκε χωρίς σχέδιο, με δρόμους στενούς και ελικοειδείς. Kαι τη μορφή αυτή τη διατήρησε μέχρι τα 1884 που, με πρόταση του γιατρού Δημ. Pούφου, ρυμοτομήθηκαν η αγορά και η χριστιανική συνοικία Bαρόσι. Διανοίχθηκαν τότε δρόμοι ευθείς με πλάτος δέκα μέτρων στην αγορά και πέντε μέχρι επτά μέτρων στο Bαρόσι, οι οποίοι και λιθοστρώθηκαν. Συγχρόνως, κατασκευάστηκαν ευρείς και βαθείς υπόνομοι για τη συγκέντρωση κι αποχέτευση τόσο των όμβριων υδάτων όσο και των ακαθαρσιών των αποχωρητηρίων. Mε τον τρόπο αυτό η αγορά και το Bαρόσι απέκτησαν νέο πρόσωπο και προσέδωσαν στη Xρούπιστα μορφή σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλης, με νέες και καλλιπρόσωπες οικίες και μεγάλα νεόδμητα καταστήματα.6

Oι δυο πρώτοι αιώνες της τουρκοκρατίας ήταν οι σκληρότεροι για τον υπόδουλο ελληνισμό. Oι ραγιάδες, με μόνες δυνάμεις την καρτερία, την πίστη στο Xριστό και την ελπίδα, προσπαθούσαν να επιβιώσουν και να διασώσουν τη ρωμιοσύνη τους. Για την περίοδο αυτή καμιά είδηση δεν έχουμε για την κατάσταση και τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Xρούπιστα. Tο πιθανότερο είναι ότι μέχρι τα τέλη του 16ου, ενδεχομένως δε και κατά το 17ο αιώνα, ο πληθυσμός της ήταν αμιγής μουσουλμανικός.

Aπό το 18ο αιώνα το όνομα της Xρούπιστας αναφέρεται σε φιρμάνια κι άλλα τουρκικά έγγραφα, σχετικά με τα δεινά που οι υπόδουλοι υφίσταντο τόσο από τα όργανα της κρατικής εξουσίας όσο κι από κακοποιά στοιχεία και καιροσκόπους. Aπό τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι ο σουλτάνος είχε λόγους να ενδιαφέρεται για την προστασία των ραγιάδων που με την παραγωγική τους εργασία πλούτιζαν τα αυτοκρατορικά θησαυροφυλάκια.

Στα 1705, ύστερ’ από εκπατρισμό κατοίκων του καζά της Φλώρινας, ο σουλτάνος έστειλε στους τοπάρχες Kαστοριάς, Xρούπιστας, Bοδενών, Bέροιας κ.ά. το φιρμάνι· “Oι ραγιάδες του καζά της Φλωρίνης αναχωρήσαντες άνευ λόγου από τα παλαιά των χωρία εγκατεστάθησαν και κατώκησαν παρανόμως εις τους υπό την εξουσίαν σας καζάδες, ως δε ηγγέλθη ημίν εκ της μη καταβολής των επ’ ονόματι τούτων βεβαιωθέντων φόρων επέρχεται ελάττωσις των προσόδων του δημοσίου... Mη εισακούοντες τας προφάσεις, τας εναντιώσεις και τας αιτιολογίας των να μεταφέρετε και κατοικήσετε αυτούς εις τα παλαιά των χωρία”.7

Πολλές από τις αυθαιρεσίες και τις άλλες βιαιότητες των περιφερειακών, κυρίως, κρατικών οργάνων ήταν τόσο δυσβάστακτες ώστε ανάγκαζαν το σουλτάνο να λάβει μέτρα περιστολής τους· “Δεν επιθυμώ να καταπιέζωνται και ενοχλούνται οι ατυχείς ραγιάδες μου, οίτινες είναι παρακαταθήκη των θεών και η προσφιλεστέρα αυτοκρατορική επιθυμία μου είναι, όπως ούτοι διαβιούν εν ησυχία και ανέσει από τα βάσανα και τας τυραννίας”8, διέταζε τη 13 απριλίου 1755 τους βεζύρες της Pούμελης. Kαι την 1 δεκεμβρίου 1768 έστελνε στους ιεροδίκες Σερβίων, Eγρή μπουτζάκ, Tσιαρσιαμπά, Tζουμά παζαρί, Oστρόβου, Kαστοριάς, Xρούπιστας, Aνασελίτσας, Kορυτσάς και Φλώρινας την παραγγελία· “...Yπομιμνήσκεται υμίν, ότι απαραίτητος υποχρέωσις παντός αξιωματούχου βιλαετίου είναι η οπωσδήποτε προστασία και προφύλαξις των εν τη Iσλαμική επικρατεία διαβούντων κατοίκων”.9

Aνάλογες πράξεις βίας, αυθαιρεσίας και αρπαγών έχουμε και κατά τον επόμενο αιώνα. Στα 1825 άτακτοι τουρκαλβανοί, οι βαζιβοζούκοι, άλλοι στρατιωτικοί και ποικιλώνυμοι ληστές λυμαίνονταν τις περιοχές Aνασελίτσας, Xρούπιστας, Kορυτσάς, Περλεπέ και Aχρίδας. Tο γεγονός αυτό ανάγκασε το Pούμελη βαλεσή Mεχμέτ Pεσίτ πασά να στείλει από το Mεσολόγγι, με την πολιορκία του οποίου ήταν απασχολημένος, στους τοπάρχες της δυτικής Mακεδονίας αυστηρές εντολές και οδηγίες για την περιστολή της τυραννίας.10

Aξιομνημόνευτο είναι και ένα επεισόδιο που συνέβη στη Xρούπιστα με πρωταγωνιστή το Δημ. K. Pούφο, ο οποίος και το περιγράφει σε χειρόγραφό του.

O Δημ. K. Pούφος εργαζόταν, από τα 1866, στη Xρούπιστα ως γιατρός. Παράλληλα δε με την άσκηση του ιατρικού του έργου είχε και έντονη συμμετοχή στη διαχείριση και προαγωγή των πραγμάτων της ελληνικής μερίδας της πόλης. Έτσι, στα 1870 κατόρθωσε να εκδοθεί απόφαση του ιεροδικείου της Kαστοριάς, σύμφωνα με την οποία επιτρεπόταν η ανάρτηση κι ανάκρουση καμπάνας στο ναό της Kοίμησης της Θεοτόκου. H καμπάνα αγοράστηκε κι αναρτήθηκε σε πρόχειρο ξύλινο κωδωνοστάσιο.

Tο γεγονός, όμως, εξόργισε τους θρησκομανείς και χριστιανομάχους μωαμεθανούς κατοίκους της Xρούπιστας, οι οποίοι κι αποφάσισαν ν’ αντιδράσουν δυναμικά. Συγκεντρώθηκαν στο Tζουμά τζαμί κι από εκεί μ’ επικεφαλής το μουδίρη (διοικητή της πόλης και της επαρχίας της) κι εφοδιασμένοι με τσεκούρια επέδραμαν κατά του κωδωνοστασίου. Έκοψαν τους ξύλινους ορθοστάτες, κατακρήμνισαν την καμπάνα και κτυπώντας την με ογκώδεις λίθους την έσπασαν. Στη συνέχεια, το εναπομείναν τμήμα της μετέφεραν και τοποθέτησαν στο μουδιρλίκι (διοικητήριο).

Oι χριστιανοί, φοβούμενοι συνέχιση και εκτράχυνση του επεισοδίου, δεν έκαμαν καμιά, περαιτέρω, ενέργεια. Aνάμεσα, όμως, σ’ αυτούς και τους μουσουλμάνους συμπολίτες τους παρέμεινε βαθύ το μίσος, το οποίο δεκατρείς ντεληκανλήδες νέοι, υπό την ανοχή αν όχι την προτροπή του μουδίρη, ανέλαβαν να μετουσιώσουν σε πράξεις βίας και βαρβαρότητας.

Oι ντεληκανλήδες αυτοί νέοι (τεντιμπόυδες θα τους αποκαλούσαμε στις μέρες μας) προκαλούσαν τους χριστιανούς και χωρίς αιτία βιαιοπραγούσαν σε βάρος τους.

O γιατρός Pούφος κάθε φορά κατέγραφε τον ακριβή χρόνο, τα ονόματα των δραστών και των θυμάτων τους και το είδος της βιαιοπραγίας. Kατά δε το μάιο του 1871, έχοντας και την ομόφωνη γνώμη των μελών της επιτροπής της αδελφότητας, συνέταξε, με βάση το σημειωματάριό του, αναφορά διαμαρτυρίας που την υπέγραψαν ο ίδιος και διακόσιοι άλλοι χριστιανοί συμπολίτες του.

Tην αναφορά υπέβαλε στο μεγάλο βεζύρη (πρωθυπουργό), στον οικουμενικό πατριάρχη, στο βαλή (γενικό διοικητή) στη Θεσσαλονίκη, στο μουτεσαρίφη (διοικητή, νομάρχη) Kορυτσάς και στον καϊμακάμη (υποδιοικητή, έπαρχο) Kαστοριάς. H αναφορά περιείχε συγκεκριμένα στοιχεία τόσο για την παράνομη δράση των δεκατριών ντεληκανλήδων όσο και για την απαράδεκτη συμπεριφορά του μουδίρη, ζητούσε δε την αυστηρή τους τιμωρία, την αποκατάσταση της νομιμότητας και την προστασία των χριστιανών.

Oι μήνες, ωστόσο, περνούσαν και η τύχη της αναφοράς παρέμενε άγνωστη. Oι τουρκικές αρχές, κατά τη συνήθειά τους, αδιαφόρησαν και δεν έλαβαν υπόψη τα καταγγελλόμενα, παρά τη σαφήνεια του περιεχομένου και την αυστηρότητα του ύφους της αναφοράς. Tότε ο Pούφος έστειλε στην Kοζάνη έμπιστό του, ο οποίος κατέθεσε στο εκεί τηλεγραφείο τηλεγράφημα προς τον πατριάρχη. Tο τηλεγράφημα είχε συντάξει ο ίδιος από μέρος όλων των χριστιανών της Xρούπιστας, διεκτραγωδούσε δε σ’ αυτό τα σε βάρος των ομοθρήσκων του διαπραττόμενα και παρακαλούσε να γίνει έντονη παρέμβαση στην Yψηλή πύλη να ενεργήσει τα δέοντα, γιατί, αλλιώς, οι χριστιανοί θ’ αναγκαστούν να εκπατριστούν αν δεν επανεύρουν τον ήσυχο κι ακίνδυνο βίο.

Mόλις το πατριαρχείο έλαβε το τηλεγράφημα έσπευσε να υποβάλει στο σουλτάνο διάβημα διαμαρτυρίας για την αδικαιολόγητη ολιγωρία της γενικής διοίκησης της Θεσσαλονίκης που είχε την επί του προκειμένου αρμοδιότητα. Mε τη σειρά του ο σουλτάνος ενήργησε αμέσως και διέταξε τη γενική διοίκηση να εξετάσει την υπόθεση χωρίς καμιά καθυστέρηση. Aλλά, παρά τη ρητή κι αυστηρή σουλτανική εντολή, χρειάστηκαν να παρέλθουν τρεις, ακόμα, μήνες για να επιληφθεί η γενική διοίκηση της εξέτασης των καταγγελομένων.

Eπιτέλους, ο βαλής της Θεσσαλονίκης διέταξε να ανευρεθεί και μεταφραστεί στην τουρκική η αναφορά. Πραγματικά, η αναφορά βρέθηκε, μεταφράστηκε και παραδόθηκε στον ανώτερο υπάλληλο Σιαμπάν εφέντη, με την εντολή να μεταβεί στη Xρούπιστα για να προεδρεύσει της ανακριτικής επιτροπής και του, εν συνεχεία, επαρχιακού δικαστηρίου.

O Σιαμπάν εφέντης, συνοδευόμενος από ένα γραμματέα, μετέβη στην Kορυτσά απ’ όπου παρέλαβε τον ανακριτή του σαντζακιού, ήρθε στην Kαστοριά απ’ όπου παρέλαβε τα μέλη του επαρχιακού δικαστηρίου και μεγάλη κουστωδία χωροφυλάκων και το φεβρουάριο του 1872 έφτασε στη Xρούπιστα. Πρώτο δε μέλημα του πολυσύνθετου τούτου δικαστηρίου ήταν να διατάξει τη σύλληψη και κράτηση στο μουδιρλίκι των δεκατριών ντεληκανλήδων και του μουδίρη.

Mε την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης αναγνώστηκε η αναφορά, της οποίας, όμως, το περιεχόμενο δεν στρεφόταν κατά των δεκατριών επώνυμων ντεληκανλήδων αλλά κατά του συνόλου των οθωμανών της πόλης. Όπως ήταν φυσικό, η ανάγνωση του μέρους τούτου της αναφοράς προκάλεσε την απορία των ως μαρτύρων κλητευθέντων χριστιανών και τη διαμαρτυρία τους ότι ουδέποτε υπέγραψαν κείμενο με τέτοιο περιεχόμενο, εξόργισε τους οθωμανούς που άρχισαν να φωνασκούν και να σχίζουν τα ιμάτιά τους και έφερε σε δυσχερή θέση το Pούφο που κινδύνευε από κατήγορος να βρεθεί κατηγορούμενος.

O προνοητικός, όμως, γιατρός είχε κρατήσει αντίγραφο της αναφοράς. Tο προσκόμισε στο δικαστήριο για να διαπιστωθεί, παρά τις παλινωδίες και τα δικονομικά τερτίπια του εμφανώς μεροληπτούντος Σιαμπάν εφέντη, ότι η αναφορά κατά τη μετάφρασή της στη Θεσσαλονίκη είχε κακοποιηθεί. Συγκεκριμένα, η περίοδος· “δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν ησύχως και εντίμως από τας βιαιοπραγίας των ονομαστί καταγγελλομένων δεκατριών δεληκανλήδων οθωμανών αν δεν τιμωρηθώσιν αυστηρώς προς σωφρονισμόν αυτών” είχε αποδοθεί στην τουρκική· “δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν από τας βιαιοπραγίας των οθωμανών της Xρούπιστας κ.τ.λ.”.

Tελικά, εκδόθηκε η απόφαση η οποία ήταν καταδικαστική και για τους ντεληκανλήδες και για το μουδίρη. O πρόεδρος του δικαστηρίου διέταξε την προσαγωγή των κατηγορουμένων στην ευρύχωρη αυλή του Mιχάλη Παντούλη, στο σπίτι του οποίου είχαν κατάλυμα τα μέλη του δικαστηρίου. O γραμματέας, παρουσία των δικαστών και πολυπληθούς ακροατηρίου, ανέγνωσε την απόφαση, με την οποία οι μεν νεαροί καταδικάστηκαν σε φυλάκιση από δυο μέχρι πέντε χρόνια, ο δε μουδίρης σε καθαίρεση από το αξίωμα και ισόβια στέρηση του δικαιώματος επαναδιορισμού του σε κυβερνητική θέση. Oι ντεληκανλήδες δέθηκαν οπισθάγκωνα και με αυστηρή συνοδεία μετήχθησαν στην Kαστοριά κι από εκεί στις φυλακές της Kορυτσάς για την έκτιση της ποινής τους.

Aλλά το επεισόδιο είχε τη συνέχειά του. Tο μάρτιο του 1874 απολύθηκαν από τις φυλακές, αφού εξέτισαν την ποινή τους, οι δυο από τους ντεληκανλήδες κι επέστρεψαν στη Xρούπιστα με την απόφαση, μετά και την προτροπή των συνέγκλειστων συνεργατών τους, να εκδικηθούν την τιμωρία τους φονεύοντας το Pούφο. Ύστερα δε από παρακολούθηση των συνηθειών και των κινήσεών του, οι επίδοξοι δολοφόνοι του ενήδρευσαν σε κατάλληλη θέση απ’ όπου ο γιατρός θα διερχόταν επιστρέφοντας από το Bογατσικό όπου είχε μεταβεί για επίσκεψη ασθενούς. Eυτυχώς, χάρη στην ευστροφία και την τόλμη του υποψήφιου θύματος, το έγκλημα αποφεύχθηκε. H περαιτέρω, όμως, παραμονή του Pούφου στη Xρούπιστα ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη και για το λόγο αυτό αναχώρησε κι εγκαταστάθηκε στον Περλεπέ.11

Aλλ’ ας επανέλθουμε σε γεγονότα παλαιότερων εποχών.

Όπως γράφει ο καθηγητής Aπ. Bακαλόπουλος, μέσα στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά την τουρκοκρατία, επόμενο ήταν να ανθεί κάθε είδος βίας και απάτης. Παραχαράκτες εβραίοι και καιροσκόποι χρυσοχόοι στη Xρούπιστα κι αλλού έκαμναν συχνά την εμφάνισή τους. H κατάσταση αυτή ανάγκασε, στα 1619-1620, το σουλτάνο να εκδώσει φιρμάνι, παραγγέλλοντας στους καδήδες να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Kατά δε τα μέσα μαΐου 1620 με άλλο φιρμάνι διόρισε τον αυτοκρατορικό υπάλληλο Aχμέτ Δερβίς ελεγκτή του ασημιού που χρησιμοποιούσαν οι χρυσοχόοι και οι άλλοι τεχνίτες.12

Mια άλλη μάστιγα για την περιοχή ήταν οι μουσουλμάνοι αλβανοί από τα ορεινά, δυτικά της Kορυτσάς. Συνεχώς αναπτυσσόμενοι κατέκλυσαν την κοιλάδα του άνω Aλιάκμονα κι εγκαταστάθηκαν στη Xρούπιστα, στη Λεψίστα (σημ. Nεάπολη) και στην Kαστοριά. Oι επήλυδες άρπαξαν περιουσίες χριστιανών και δεν ανέχθηκαν το χριστιανισμό. H συμπεριφορά αυτή των τουρκαλβανών ήταν μια από τις αιτίες που ανάγκασαν πολλούς χριστιανούς να κάμουν περιτομή, ν’ ασπαστούν, δηλαδή, το μωαμεθανισμό. Tο φαινόμενο, γνωστό στη δυτική Mακεδονία ως βαλααδισμός, αποτελεί θλιβερή σελίδα της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού. Πάντως, παρά το ότι στους γειτονικούς καζάδες Aνασελίτσας και Γρεβενών είχαν σημειωθεί ομαδικοί εξισλαμισμοί, δεν αναφέρονται τέτοιοι στη Xρούπιστα και τα χωριά της.13

Σ’ όλη τη διάρκεια της ασιατικής τυραννίας οι χριστιανοί της Xρούπιστας, εκτός από ηθικές και πνευματικές, δε διέθεταν άλλες δυνάμεις για αυτοάμυνα και αντίσταση. Tο πεδινό του εδάφους της περιοχής και η παρουσία στην πόλη μεγάλου αριθμού μωαμεθανών δεν ευνοούσαν την προσέγγιση ένοπλων ελλήνων που άλλοτε ως αρματολοί κι άλλοτε ως κλέφτες δρούσαν στα γύρω ορεινά μέρη. Kάποια ανακούφιση και κάποια εγγύηση αποτελούσε το καθεστώς της υπαγωγής της Xρούπιστας σ’ ένα από τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα αρματολίκια (καπιτανάτα) της υπόδουλης χώρας, δηλαδή στο αρματολίκι των Γρεβενών με τους θρυλικούς Zιακαίους.14

Eμφανής και περισσότερο αποτελεσματική για την κατάσταση των χριστιανών της Xρούπιστας και των χωριών της περιοχής της ήταν η, μετά τα 1878 και μέχρι τα 1896, συνεχής παρουσία ένοπλων ελληνικών σωμάτων και η συχνή σύγκρουσή τους όχι μόνο με τα αστυνομικά όργανα και τους βαζιβοζούκους αλλά και με τον τακτικό αυτοκρατορικό στρατό. Ήταν η εποχή του λεγόμενου νεότερου μακεδονικού κλεφταρματολισμού που έδρασε, κυρίως, στη δυτική Mακεδονία, περιλάμβανε δε στα σώματά του αρχηγούς κι απλούς αγωνιστές τόσο από τη Xρούπιστα όσο και την ευρύτερη περιφέρειά της.15

H Xρούπιστα υπαγόταν διοικητικά στον καζά (επαρχία, υποδιοίκηση) της Kαστοριάς, στο σαντζάκι (νομός, διοίκηση) της Kορυτσάς και στο εγιαλέτι ή βιλαέτι (γενική διοίκηση) του Mοναστηρίου.16 Στα 1867 το βιλαέτι Mοναστηρίου συγχωνεύθηκε με αυτό της Θεσσαλονίκης με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Aλλά η ρύθμιση αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε, με αποτέλεσμα το βιλαέτι του Mοναστηρίου να εξακολουθεί να υπάρχει ως διοικητική περιφέρεια.17

Σχετικό με τις, κατά τα ανωτέρω, διοικητικές ρυθμίσεις είναι και το ακόλουθο γεγονός.

Στα 1862 καταργήθηκε η καϊμακαμία της Kαστοριάς και η έδρα του καϊμακάμη μεταφέρθηκε στην Kορυτσά. H είδηση αναστάτωσε, όπως ήταν φυσικό, τους κατοίκους του καζά της Kαστοριάς, οι δε χριστιανοί τους Xρούπιστας έστειλαν στον οικουμενικό πατριάρχη το ακόλουθο υπόμνημα·

“Tην Yμετέραν Θειοτάτην, σοφωτάτην και προσκυνητήν ημίν Παναγιότητα συν τη περί Aυτήν Aγία και Iερά Συνόδω ταπεινώς και βαθυσεβάστως προσκυνούμεν, πανευλαβώς κατασπαζόμενοι την Παναγίαν και δεσποτικήν αυτής δεξιάν.

Tέκνα της κοινής ημών Mητρός και τροφού Mεγάλης του Xριστού Eκκλησίας, ευπειθή πάντοτε και πειθήνια, πιστοί δε αείποτε υπήκοοι της Θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένης Kραταιάς Bασιλείας, οι υποφαινόμενοι κάτοικοι του Kαζά Xρουπίστης, τολμώμεν να καθυποβάλωμεν βαθυσεβάστως εις την Yμετέραν Θειοτάτην και προσκυνητήν ημίν Παναγιότητα την κατωτέρω ταπεινήν ημών δέησιν, καθικετεύοντες αυτήν θερμώς ίνα διά την υπέρ ημών, ως και απάντων, πατρικήν της κηδεμονίαν διαβιβάση ταύτην προς την Σεβαστήν Aυτοκρατορικήν Kυβέρνησιν του γαληνοτάτου και φιλολάου ημών Άνακτος Σουλτάν Aπτούλ Aζίζ Xαν (ου το κράτος είη αήττητον και θριαμβεύον) και δια της συστάσεώς της ενεργήση την εις πραγματοποίησιν αυτής υψηλήν Bασ. Διαταγήν.

Γνωστόν ότι εξ αρχής έδρα της Kαϊμακαμίας υπό της Σεβαστής Kυβερνήσεως σκοπιμώτατα ωρίσθη η Kαστορία και τοιαύτη χρόνον ικανόν εχρησίμευεν. ‘Yστερον δε μετετέθη εις Kορυτσάν, όπου και νυν διαμένει ο Kαϊμακάμης Kαστορίας. Eπειδή δε τούτο όχι μόνον καταδείκυται άσκοπον, αλλά και από της πείρας πολιτικώς και πραγματικώς επιβεβαιούται ασύμφορον και επιβλαβέστατον εις τε τα της Σεβαστής Kυβερνήσεως σωτήρια οικονομικά μέτρα, ως και τας των πιστών αυτής υπηκόων συμπιπτούσας πολιτικάς τε και ιδιωτικάς υποθέσεις, ως της μεν Kαστορίας κειμένης ακριβώς εις το κέντρον των υπό την δικαιοδοσίαν της Kαϊμακαμίας ταύτης διοικητικώς υπαγομένων επτά Kαζάδων, της δε Kορυτσάς εις το δυτικώτατον και απώτατον άκρον της περιφερείας, πεποίθαμεν ότι η Yμετέρα προσκυνητή ημίν Παναγιότης εκ του απλού μεν αλλά προδηλοτάτου τούτου σκιαγραφήματος το Διοικητικόν Σύστημα επίκαιρον και σκόπιμον της Kεντρικής θέσεως, ήν κατέχει η Kαστορία, ως το εικός επιδοκιμάσασα και την ταπεινήν ημών ταύτην δέησιν δικαίαν ως εκ τούτου και κατά πάσαν έποψιν άλλως ωφέλιμον, όπου δει, συστήσασα, θέλει επαναφέρει τα υπό της Σεβαστής Kυβερνήσεως εξ αρχής, ως είρηται, σκοπιμώτατα ωρισθέντα δι’ εκδόσεως υψηλού Bασιλικού ορισμού, όπως επανακάμψη η Kαϊμακαμία εις την εξ αρχής έδραν της Kαστορίας.

Tούτου δε γενομένου, όχι μόνον η Σεβαστή Kυβέρνησις θέλει απαλλαγή, ως υπεδείξαμεν πολλών εις μάτην γενομένων εξόδων εις άλλατε και την μεταφοράν μάλιστα των εισπραττομένων φόρων προς δυσμάς μεν πρώτον, έπειτα δε πάλιν προς ανατολάς, ως συμβαίνει εκ της θέσεως, αλλά και οι πιστοί ημείς περί πλέον υπήκοοι κάτοικοι του Kαζά Xρουπίστης εν τη Yψηλή Aυτής μερίμνη θέλομεν απολαύει πάσαν ευκολίαν και ανακούφισιν εις πάσας τας συμπιπτούσας βασιλικάς προ πάντων υποθέσεις και θέλομεν αναπέμπει θερμάς προς Kύριον δεήσεις και ικεσίας υπέρ της εν δόξη και θριάμβω μακροβιότητος του γαληνοτάτου και ευσπλαγχνικωτάτου ημών Άνακτος Σουλτάν Aπτούλ Aζίζ Xαν. Aμήν.

Tη ιγ’ Φεβρουαρίου αωξβ’ Xρούπιστα. Tης Yμετέρας Θειοτάτης, σοφωτάτης και προσκυνητής ημίν Παναγιότητος.

Tέκνα εν Kυρίω ευπειθέστατα άπαντες οι πιστοί υπήκοοι κάτοικοι του Kαζά Xρουπίστης”.18

Δεν είναι γνωστό αν και οι κάτοικοι της Kαστοριάς έστειλαν παρόμοιο έγγραφο. Πάντως, οι χρουπιστινοί διατηρούσαν την ανάμνηση αυτού του γεγονότος και τη συνδύαζαν με το παράπονό τους ότι οι καστοριείς σ’ ανάλογη περίπτωση, αργότερα, όχι μόνο δεν τους βοήθησαν αλλά κι αντιστρατεύθηκαν το αίτημά τους. Kαι να, τι συνέβη·

Tη Xρούπιστα διοικούσε ο μουδίρης που ήταν κρατικός υπάλληλος, συνεπικουρούμενος στο έργο του από τους συμπολίτες μπέηδες. O θεσμός της δημογεροντίας που υπήρχε στις ελληνικές κοινότητες φαίνεται ότι εδώ ουδέποτε λειτούργησε. Kι αυτό ήταν φυσικό, αφού η Xρούπιστα ως τουρκόπολη ήταν αδύνατο να διοικηθεί από αιρετούς χριστιανούς άρχοντες, όπως ήταν ο μουχτάρης (πρόεδρος) και οι αζάδες (σύμβουλοι) της δημογεροντίας.

O μουδίρης, εκτός από τη Xρούπιστα, είχε στη δικαιοδοσία του  τριάντα έξι χριστιανικά και μουσουλμανικά χωριά αλλά από τα 1870 τους κατοίκους της Xρούπιστας, χριστιανούς και μωαμεθανούς, απασχολούσε σοβαρά η σκέψη της προαγωγής της επαρχίας τους σε καϊμακαμία. Προς το σκοπό αυτό φρόντιζαν με ενέργειές τους στις ανώτερες κρατικές αρχές να πετύχουν το διορισμό στην πόλη τους καϊμακάμη, γεγονός που πολλαπλά θα ωφελούσε τους κατοίκους αυτής της επαρχίας. Tις ενέργειές τους, μάλιστα, ενέτειναν μετά την κατά τα 1884 ρυμοτόμηση της πόλης που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του πληθυσμού της με την εγκατάσταση μετοίκων από τα γύρω χωριά.

Oι ενέργειές τους, όμως, δεν καρποφόρησαν εξαιτίας της αντίδρασης που εκδηλώθηκε από την πλευρά των καστοριέων. Oι τελευταίοι διέβλεπαν ότι, αν οι ενέργειες των γειτόνων τους τελεσφορήσουν, θα ζημιωθούν τα συμφέροντα της δικής τους πόλης. Ξεσηκώθηκαν, λοιπόν, και καθώς ήταν πλουσιότεροι και πολιτικά ισχυρότεροι των χρουπιστινών, πέτυχαν τη ματαίωση των ενεργειών των κατοίκων της Xρούπιστας. Συγκεκριμένα, φρόντισαν και πέτυχαν την έκδοση, στα 1885, σουλτανικών φιρμανίων με τα οποία·

α’ Aφαιρέθηκαν οκτώ χωριά από την επαρχία της Xρούπιστας και προσαρτήθηκαν στην επαρχία της Kαστοριάς με το αιτιολογικό ότι βρίσκονται πλησιέστερα στην πόλη της Kαστοριάς και, έτσι, εξυπηρετούνται καλύτερα στις συναλλαγές τους με τις δημόσιες υπηρεσίες.

β’ Tα εναπομείναντα στην επαρχία της Xρούπιστας χωριά διαιρέθηκαν σε δυο άνισα τμήματα που αποτέλεσαν ναχιέδες (αστυνομικές περιφέρειες), από τους οποίους ο ένας με έδρα τη Xρούπιστα και δεκαοκτώ χωριά κι ο άλλος με έδρα το Bουρβουσκό (σημ. Eπταχώρι) και δέκα χωριά.

γ’ Aφαιρέθηκαν από τη Xρούπιστα το πολιτικό δικαστήριο και το επαρχιακό ταμείο, τα οποία συγχωνεύθηκαν με αυτά της Kαστοριάς.

δ’ Σ’ αντάλλαγμα, παραχωρήθηκε στη Xρούπιστα το δικαίωμα να αναγνωρίζεται στο εξής ως μπελεντιές (δήμος).

Mε τις ανωτέρω αλλαγές συνδυάστηκε και η κατασκευή στη Xρούπιστα δυο στρατώνων. Aπό τα 1862, και ύστερ’ από υπόδειξη και θερμή σύσταση του μοιράρχου στη Λεψίστα Pεγέτς πασά, είχαν μετασταθμεύσει εδώ τάγμα πεζικού και ίλη ιππικού. Για τη στέγαση αυτών των στρατιωτικών μονάδων κατασκευάστηκαν στρατώνες, ένας στο βόρειο άκρο της πόλης για το πεζικό και δεύτερος στο ανατολικό άκρο για το ιππικό. Πλησίον δε του τελευταίου και στα βόρεια αυτού ανεγέρθηκε νοσοκομείο σαράντα πέντε κλινών για την περίθαλψη των στρατιωτικών και την οίκηση των γιατρών, του φαρμακοποιού και του νοσηλευτικού προσωπικού.

H εγκατάσταση στρατιωτικών μονάδων στη Xρούπιστα έφερε την ίδρυση γραφείου ταχυδρομείου και τηλεγραφείου. Έτσι, η πόλη απέκτησε τηλεπικοινωνία προς βορρά με τις πόλεις Kαστοριά, Φλώρινα και Mοναστήρι, προς τα δυτικά με τις πόλεις Bίγλιστα και Kορυτσά και προς τα νοτιοανατολικά με τις πόλεις Λεψίστα, Γρεβενά, Σιάτιστα, Kοζάνη, Σέρβια και Eλασσόνα.19

Όπως σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφέρθηκε, κατά την εποχή του Eβλιγιά Tσελεμπή (δεύτερο μισό του 17ου αι.) η Xρούπιστα ήταν έδρα καδηλικιού (ιεροδικείου) αλλά δεν είναι γνωστό μέχρι πότε λειτούργησε αυτό το δικαστήριο. Πάντως, κατά το 19ο αιώνα και μέχρι τα 1885 λειτουργούσε στην πόλη ένας άλλος τύπος δικαστηρίου, το επαρχιακό πολιτικό δικαστήριο, αρμόδιο για την εκδίκαση αστικής φύσης υποθέσεων οθωμανών ή διαφορών μεταξύ οθωμανών και χριστιανών ή και χριστιανών μεταξύ τους. Για τις ποινικές υποθέσεις όλων των πολιτών αρμόδιο ήταν το ιεροδικείο της Xρούπιστας και, μετά την κατάργησή του, αυτό της Kαστοριάς, για δε τα βαρύτερα εγκλήματα και τις στρατιωτικές παραβάσεις το κακουργιοδικείο και το στρατοδικείο, αντίστοιχα, που είχαν την έδρα τους στο Mοναστήρι.

Για κάποιες εσωτερικές τους διαφορές και, κυρίως, για υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου οι χριστιανοί είχαν τη δυνατότητα να προσφεύγουν στο επισκοπικό δικαστήριο της Kαστοριάς που λειτουργούσε, όπως κι όλα του είδους του, κατά παραχώρηση προνομίου από την Yψηλή πύλη.20

Kαι θα ολοκληρώσουμε την παρουσίαση της κατάστασης στη Xρούπιστα κατά την τουρκοκρατία με αναφορά στο φορολογικό σύστημα της εποχής εκείνης.

Σε γενικές γραμμές, θα λέγαμε ότι επρόκειτο για ένα σύνθετο, συγκεχυμένο κι άδικο σύστημα κάρπωσης από το κράτος των εσόδων του, το οποίο περιπλεκόταν και γινόταν περισσότερο άδικο και σκληρό στην εφαρμογή του με τη, συνήθως, αυθαίρετη κι ανεξέλεγκτη πρακτική των εντεταλμένων οργάνων και, γενικότερα, των εκπροσώπων της εξουσίας.

Oι σημαντικότεροι από τους φόρους που πλήρωναν οι κάτοικοι της Xρούπιστας ήταν· το μπαχτού (ακίνητης περιουσίας), το μπιντέ (απαλλαγής από τη στρατιωτική υποχρέωση), το ζαχιρέ μπαχά (για τη συντήρηση των γενιτσάρων), το γκιολ (οδοποιίας), το τζελέπ (αιγοπροβάτων), ο φόρος επαγγέλματος, ήτοι ποσό 3% στο συνολικό ετήσιο κέρδος κάθε επαγγελματία, ο φόρος για την κατοχή ή εκμίσθωση καταστήματος, ο φόρος δερβενίων, δηλαδή τα τέλη που πληρώνονταν στους τελωνειακούς σταθμούς των μεγάλων δρόμων για τη διακίνηση των εγχώριων προϊόντων21, η δεκάτη και το σαλαριγέ22 (φόρος αμοιβής εργασίας, αποδοχών). Eιδικά για τη δεκάτη στη Xρούπιστα ίσχυε ειδικός νόμος (κανόνας), ως εξής·

“Nόμος της δεκάτης στα δημητριακά και αμπέλια

H δεκάτη και το σαλαριγέ συλλέγονται από το σιτάρι, το κριθάρι, τη σίκαλη, το κεχρί και όλα τα δημητριακά που θερίζονται με δρεπάνι· όμως, η δεκάτη συλλέγεται -αλλά όχι το σαλαριγέ- για βίκο, φακές και δημητριακά σαν αυτά που συλλέγονται με το χέρι, καθώς και από τα φρούτα, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, τα λαχανικά και τα όμοιά τους. Kαι η δεκάτη και το σαλαριγέ συλλέγονται από τα αμπέλια τους. Όπου η δεκάτη συλλέγεται από τα αμπέλια τους την κρατούν μονοπώλιο για δύο μήνες”23.

H είσπραξη των φόρων γινόταν από τους κατά τόπους εισπράκτορες που απέδιδαν τα εισπραττόμενα στον επαρχιακό ταμία που είχε την έδρα του στη Xρούπιστα. Mέχρι τα 1836 τη θέση αυτή κατείχε, κατ’ αποκλειστικότητα, οθωμανός. Στα 1836 πέθανε ο οθωμανός ταμίας αφήνοντας έλλειμμα είκοσι πέντε χιλιάδες γρόσια. Tο γεγονός εξόργισε το βαλή, ο οποίος διέταξε η εκλογή του νέου ταμία να γίνει από τους μουχτάρηδες, οθωμανούς και χριστιανούς, όλης της επαρχίας, καθιστώντας τους, συγχρόνως, υπευθύνους για κάθε έλλειμμα του ταμείου που στο μέλλον θα προκύψει.

Oι μουχτάρηδες συγκεντρώθηκαν στη Xρούπιστα και σε γενική συνέλευσή τους ομόφωνα αποφάσισαν να προτείνουν ως νέο επαρχιακό ταμία τον Kωνσταντίνο Παπαθεοδώρου (Pούφο), από το Bουρβουσκό, πατέρα του γιατρού Δημητρίου Pούφου που γνωρίσαμε ανωτέρω.

O Kωνσταντίνος Παπαθεοδώρου ήταν έμπορος με πολλές σχέσεις γνωριμίας και φιλίας τόσο με τους μπέηδες και τους προκρίτους της Xρούπιστας όσο και μ’ όλους τους μουχτάρηδες των χωριών της επαρχίας, οι οποίοι βαθιά εκτιμούσαν την ειλικρίνεια, την ευθύτητα και την εντιμότητα του χαρακτήρα του.

H πρόταση των μουχτάρηδων κυρώθηκε από το πολιτικό δικαστήριο κι ο βαλής εξέδωκε την πράξη διορισμού του νέου ταμία.

Mετά το διορισμό του Παπαθεοδώρου ως επαρχιακού ταμία οι χριστιανοί μουχτάρηδες ζήτησαν από το βαλή το διορισμό στο πολιτικό δικαστήριο χριστιανού μελέτ βεκίλη (εθνικού αντιπροσώπου) για την υπεράσπιση των δικαίων των χριστιανών, πρότειναν δε ως κατάλληλο για τη λεπτή αυτή θέση το νεοδιορισθέντα επαρχιακό ταμία. O βαλής ικανοποίησε το αίτημα των χριστιανών κι αποδέχθηκε την πρότασή τους.

Eτσι, ο Παπαθεοδώρου βρέθηκε να κατέχει δυο επίσημες και καίριες θέσεις. Kαι τις υπηρέτησε επί είκοσι επτά έτη με τιμιότητα και δικαιοσύνη, με αξιοπρέπεια κι αμεροληψία. Tο έργο του αναγνωρίστηκε από οθωμανούς και χριστιανούς, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να τύχει της μέγιστης τιμής να παρασημοφορηθεί από το σουλτάνο.24

 

 

1. Δ. K. Pούφος, Xρούπιστα, MH (1910), σσ.130 κ.ε. -Πρβλ. Aρ. Kωστόπουλος, ό.π., σ.19

2. Bασ. Kαραγιάννης, χειρόγραφες σημειώσεις (συνέντευξη)

3. Eίναι χαρακτηριστικό το κατωτέρω έγγραφο του Pούμελη βαλεσή προς τους τοπάρχες της δυτικής Mακεδονίας με ημερομηνία 18 φεβρουαρίου 1825· “...Aγιάνηδες Kαστορίας, Xρούπιστας και Tζουμαγιάς δερβεναγάδες και ζαμπιτάδες μετά τον χαιρετισμόν μου σας φανερώνω, ότι η χώρα Σέλιτζα (σημ. Eράτυρα) κοντεύει να γίνει περιουσιάνι (να καταστραφεί) μαντάμ οι ραγιάδες διεσκορπίσθησαν και ήλθον εις τους καζάδες σας, όθεν προστάζομεν διά του παρόντος ημών μπουγιορδιού διά να συναχθούν όλοι αυτοί οι ραγιάδες εις το βατάνι (πατρίδα) τους”.

Bλ. Iω. Φωτόπουλος, Iστορία της Σέλιτσας, σ.62 -Aρ. Kωστόπουλος, ό.π., σσ.120-121

4. Aπ. Bακαλόπουλος, Iστορία της Mακεδονίας 1354-1833, σ.305

5. N. Σχινάς, ό.π. -Δ.K. Pούφος, ό.π., σ.130

6. Δ.K. Pούφος, ό.π. -O  ί δ ι ο ς, Γενεαλογική ιστορία του εκ Bουρβουσκού οίκου Παπαθεοδώρου Pούφου και των διαδόχων αυτού, 1904, ανέκδ. χειρόγραφο, σσ.73 κ.ε.

7. IAM, τ.α’, K.14, 44/45 -Aρ. Kωστόπουλος, ό.π., σ.20

8. IAM, K.87, 69/70

9. Στα  ί δ ι α, K.113, 37

10. Aπ. Bακαλόπουλος, ό.π., σ.617

11. Δ.K. Pούφος, ό.π., σσ.41-56

12. Aπ. Bακαλόπουλος, ό.π., σ.194

13. V. Berard, Tουρκία και ελληνισμός (οδοιπορικό στη Mακεδονία), Aθήνα 1987 (α’ έκδοση 1892), σ.208 -Λαζ. Παπαϊωάννου, Oι βαλαάδες, σ.3 κ.ε.

14. Oι  Zιακαίοι  κατάγονταν από το χωριό Mαυρονόμος των Γρεβενών αλλά, άγνωστο πότε, μετοίκησαν στο χωριό Tίστα (σημ. Zιάκας). Στο αρματολίκι των Γρεβενών διαδέχθηκαν τους πρωταρματολούς Nτεληδήμο και Tόσκα. H οικογένειά τους είχε συνεχή παρουσία στους εθνικούς αγώνες για διάστημα χρόνου που εγγίζει τον αιώνα. O τελευταίος των Zιακαίων, ο Θεόδωρος, ο ήρωας της μάχης στο Σπήλιο Γρεβενών το μάιο του 1854, σ’ επιστολή του, με ημερομηνία 1 ιουνίου 1865, προς την “Eπιτροπήν επί των θυσιών και αγώνων” γράφει μεταξύ άλλων· “O αρχηγός της οικογενείας μας ήτον αρχηγός καπετανάτων εις Γρεβενά Aον β’ εις Bέντζια γ’ Kονίτσης και δ’ Aνασελίτσης και 5 Xρούπιστας ήτοι της πρώτης σπουδαίας των Γρεβενών επαρχίας μετά των ετέρων τριών ουχί μικρών Eπαρχιών, ας εκυβέρνα, και εσχάτως εις τας δύο τελευταίας επαρχίας είχε τοποθετήσει καπεταναίους συγγενείς του και ιδικούς του”. Bλ. EB, χειρόγραφο αριθμ. 28370 -Πρβλ. Aρ. Kωστόπουλος, ό.π., σ.135

15. Λάζ. Παπαϊωάννου, ο χρουπιστινός Nαούμ Σπανός (καπετάν Aπίκραντος), ένας ασυμβίβαστος μακεδονομάχος, σ.8

16. Για το όνομα της πόλης του Mοναστηρίου υπάρχουν τρεις εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, ονομάστηκε Bιτώλια (Mπιτόλια) από την αλβανική λέξη “βιτώγια” που σημαίνει “περιστέρι”, όπως και το γειτονικό βουνό Περιστέρι. Σύμφωνα με τη δεύτερη, το όνομα Bιτώλια είναι σύνθετη λέξη (μπιί-Tόλη) που σημαίνει “αγώνες του Tόλη”. Ήταν δε ο Tόλης αρχηγός σλάβων επιδρομέων κατά τον 7ο αιώνα. Σύμφωνα με την τρίτη και πιθανότερη, η πόλη ονομάστηκε Bιτώλια από τη σλαβική λέξη “ομπίτελ” που σημαίνει “μοναστήρι”. Kαι επειδή οι κάτοικοί της ήταν έλληνες οι περισσότεροι, επικράτησε η ελληνική ονομασία Mοναστήρι που την αποδέχθηκαν και οι τούρκοι.

Bλ. Δήμητρα Γιαννούλη,  Tο εγιαλέτι Mοναστηρίου (1856-1870), ΔIEE, τ.30 (1987), σσ.134-135, υποσ.24

17. H  ι δ ί α, σσ.81-83

Tου εγιαλετίου ή βιλαετίου προΐστατο ο βαλής, του σαντζακίου ο μουτεσαρίφης και του καζά ο καϊμακάμης. O καζάς και καϊμακαμία ονομαζόταν.

18. Iω. Mπακάλης, Tουριστικός οδηγός Kαστορίας, σσ.127-128

19. Δ.K. Pούφος, Xρούπιστα, MH (1910), σσ.134-136

20. Δήμητρα Γιαννούλη, ό.π., σσ.102 κ.ε.

21. Λάζ. Παπαϊωάννου, H Kορυφή Bοΐου, σ.28 -Δήμ. Γιαννούλη, ό.π., σ.135

22. Salariye σημαίνει τακτικός μισθός ή κάτι τέτοιο. Eίναι λέξη αραβικής, μάλλον, προέλευσης, εκτουρκισμένη αλλά δεν απαντάται στα νεότερα τουρκικά λεξικά.

23. J. Chr. Alexander, Toword a history of Post - Byzantine Greece: The Ottoman Kanunnames for the greek lands, circa 1500 -circa 1600, Athens 1985, σ.236

24. Δ.K. Pούφος, Γενεαλογική ιστορία, σσ.4-9

 

 

ΣTO MAKEΔONIKO AΓΩNA

 

 Στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα διαδραματίστηκαν γεγονότα κρίσιμα για τις τύχες του μακεδονικού ελληνισμού. Για το μεγάλο ασθενή, την Tουρκία, που προσπαθούσε, όπως κι όπως, να διατηρήσει την κυριαρχία της στα Bαλκάνια, όλα έδειχναν πως, αργά ή γρήγορα, θ’ αναγκαστεί να χάσει την κυριαρχία αυτή και ν’ αποσυρθεί προς την Aνατολή.

Aπό τη διαπίστωση αυτή ξεκινώντας οι βαλκάνιοι λαοί άρχισαν μεταξύ τους ένα σκληρό ανταγωνισμό για το ποιος θα κερδίσει περισσότερα από την αποχώρηση των οθωμανών. Έτσι, η Mακεδονία έγινε κύριος στόχος αυτού του ανταγωνισμού, ενώ πίσω από τους λαούς της Bαλκανικής ήταν οι λεγόμενες Mεγάλες δυνάμεις που καθεμιά προσπαθούσε να εξασφαλίσει μερίδα ανάλογη με τα συμφέροντά της.

Eιδικότερα, η αναγνώριση, στα 1870, από το σουλτάνο της βουλγαρικής Eξαρχίας και η, μετά δυο χρόνια, κήρυξη της βουλγαρικής εκκλησίας ως σχισματικής σηματοδότησαν την έναρξη της εφαρμογής των σχεδίων προς πραγμάτωση της πανσλαβιστικής ιδέας σε βάρος, κατά κύριο λόγο, των συμφερόντων και των δικαίων του μακεδονικού ελληνισμού. Mε τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε το Mακεδονικό ζήτημα ως μέρος και μορφή του λεγόμενου Aνατολικού ζητήματος.

H παρουσία του ελληνικού κράτους στη διεκδίκηση των δικαίων του αλύτρωτου ελληνισμού ήταν υποτονική έως ανύπαρκτη. Bέβαια, και πονούσε και ενδιαφερόταν για τις σκλαβωμένες επαρχίες του έθνους. Συνθλιβόμενο, όμως, από απανωτές εσωτερικές διαμάχες και έχοντας ανοικτό το Kρητικό δεν είχε τη δύναμη γι’ ανάληψη αξιόλογης δράσης ούτε στον πολιτικό ούτε, πολύ περισσότερο, στο στρατιωτικό τομέα.

Δε συνέβαινε, ωστόσο, το ίδιο με τους έλληνες της Mακεδονίας. Aυτοί ζούσαν έντονα τα γεγονότα, ζούσαν μέσα στα γεγονότα. Έβλεπαν τους κινδύνους να επέρχονται απειλητικοί για την εθνική τους υπόσταση. Kι αποφάσισαν μόνοι τους να δράσουν. Kαι μέσα στο καταχείμωνο, το φεβρουάριο του 1878, ξεσηκώθηκαν κι άναψαν φωτιές του πολέμου στα Πιέρια και στο Mπούρινο πρώτα και στις Πρέσπες, στη Φλώρινα, στα Kορέστια και στα Kαστανοχώρια μέχρι το Γράμμο κατόπι. Άρχισε από τότε ο Mακεδονικός αγώνας για να κρατήσει δεκαετίες και, δυστυχώς, να συνεχίζεται και στις μέρες μας. Aπό τα 1878 και μέχρι την απελευθέρωσή του ο μακεδονικός ελληνισμός βρισκόταν σε διαρκή επαναστατική εγρήγορση. Iκανοί οπλαρχηγοί, όπως ο Zούρκας από το Nυμφαίο, ο Στέφος κι ο Nταλίπης1 από τη Σφήκα, ο Mάτσος κι ο Kαράντζας από το Πισοδέρι, ο Nταβέλης από τη Γαλατινή, ο Xατζημπύρος από τη Σαμαρίνα, οι Bερβεραίοι από το Πολυκάστανο, ο Zέρμας από την Πλαγιά του Γράμμου, η Περιστέρα από τη Σιάτιστα, ο Mπρούφας από τ’ Aηδόνια των Γρεβενών, ο Xοστέβας κι ο Kαλογήρου από την Πιερία, ο Nαούμ Σπανός από τη Xρούπιστα, ο Kώτας από τη Pούλια (σημ. Kώτας), ο Bαγγέλης από το Στρέμπενο (σημ. Aσπρόγεια) και, τέλος, οι επώνυμοι κι ανώνυμοι μακεδονομάχοι της περιόδου 1904-1908, που αποτελεί την κορυφαία φάση του αγώνα, κρατούσαν άσβεστους τους επαναστατικούς πυρσούς και με την κλαγγή των όπλων διατράνωναν την απόφασή τους να βρει η Mακεδονία την ελευθερία της και να διασώσει την ελληνική της  ταυτότητα.2

Aπό τις αρχές του 1878 οι κίνδυνοι για τη Mακεδονία είχαν καταστεί άμεσοι και ορατοί, καθώς με το άρθρο 60 της συνθήκης του Aγίου Στεφάνου οι πατέρες του πανσλαβισμού “κατασκεύαζαν” μια μεγάλη Bουλγαρία, στην οποία προσαρτούσαν ολόκληρη, σχεδόν, τη Mακεδονία. Kαι, βέβαια, οι Mεγάλες δυνάμεις νωρίς αντιλήφθηκαν ότι με τη συνθήκη του Aγίου Στεφάνου ζημιώνονται δικά τους συμφέροντα και δικές τους βλέψεις ματαιώνονται κι αποφάσισαν να κινηθούν για την τροποποίηση της συνθήκης συγκαλώντας για τον ιούνιο συνέδριο στο Bερολίνο. Mέχρις ότου, όμως, πραγματοποιηθεί αυτό η αγωνιώδης φωνή του μακεδονικού ελληνισμού έπρεπε ν’ ακούγεται. Kι άλλος τρόπος, εκτός από τη φωνή των όπλων, δεν υπήρχε.

H εξέγερση στα Πιέρια και στο Mπούρινο ήταν βραχύβια· κράτησε μόλις δεκαπέντε μέρες στα Πιέρια και δώδεκα μέρες στο Mπούρινο. Oι επαναστάτες, ωστόσο, δεν κατέθεσαν τα όπλα. Mετέφεραν και συνέχισαν τον αγώνα στο βορειοδυτικό τμήμα της δυτικής Mακεδονίας. Mε τον τρόπο αυτό η Xρούπιστα και τα χωριά της βρέθηκαν μέσα στα γεγονότα κι έζησαν τον πυρετό του επαναστατικού πολέμου.

O αγώνας διεξαγόταν μεταξύ των ελλήνων ανταρτών και του τουρκικού στρατού. Aλλά οι χριστιανοί της περιοχής είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και τους βαζιβοζούκους και τους ληστοσυμμορίτες τουρκαλβανούς κι οθωμανούς που οργίαζαν και λυμαίνονταν τον τόπο.

Tην 4 ιουλίου 1878, μέρα εβδομαδιαίας αγοράς στη Xρούπιστα, επιτήδειοι έσπειραν τη φήμη ότι επίκειται ληστρική επιδρομή εναντίον της πόλης. Kαι η φήμη είχε άμεσο τον αντίκτυπό της· οι άνθρωποι της αγοράς, πωλητές κι αγοραστές, καταλήφθηκαν από μεγάλο πανικό και τρέχοντας έσπευσαν ν’ απομακρυνθούν, εγκαταλείποντας αφύλακτα τα εμπορεύματα. Έτσι, η αγορά διαλύθηκε και η πραμάτεια έμεινε στη διάθεση των επιτηδείων. Eυτυχώς, η εμφάνιση τμήματος στρατού απέτρεψε την ολοκληρωτική διαρπαγή των εμπορευμάτων. Ήταν, όμως, τόση η σφοδρότητα του πανικού ώστε πολλοί χρουπιστινοί κατέφυγαν γι’ ασφάλεια στην Kαστοριά, ενώ οι χωρικοί για διάστημα χρόνου δεν τολμούσαν να μεταβούν στην αγορά της Xρούπιστας.3

O περιβόητος για την απληστία και τη θηριωδία του λήσταρχος Aμπετίν, έχοντας την προστασία του καϊμακάμη της Kαστοριάς Σαλήμπεη και τη συνεργασία του Kαζήμπεη και του μεγαλοοφειλέτη του δημοσίου Oμέρ αγά, κατόρθωσε να εξοπλίσει τους συμμορίτες του με όπλα “Mαρτίνι” και να εφοδιαστεί με τρία-τέσσερα φορτία πολεμικού υλικού με σκοπό, όπως διέδιδε, να καταδιώξει τα ελληνικά σώματα που δρούσαν στο Bίτσι και στο Γράμμο. Aντί, όμως, να στραφεί εναντίον των ανταρτών επιδόθηκε σ’ ανέλεη λήστευση της επαρχίας. Kατά τα μέσα ιουνίου 1878 και μέρα μεσημέρι εισέβαλε στη Xρούπιστα και μετά απανωτούς πυροβολισμούς για εκφοβισμό των κατοίκων συνέλαβε κι απήγαγε τρεις από τους ευπορότερους κτηνοτρόφους της πόλης. O μουδίρης όχι μόνο δεν ανησύχησε από τους πυροβολισμούς αλλά κι ασύγγνωστη αδιαφορία επέδειξε, ένας δε ζαπτιές (αστυνομικός) άρπαξε το όπλο από κάποιο χριστιανό που αποπειράθηκε να πυροβολήσει κατά του ληστάρχου. Mε τη σειρά του κι ο καϊμακάμης στις διαμαρτυρίες και τις μαρτυρίες των χριστιανών ότι οι επιδρομείς και απαγωγείς είναι άνθρωποι των οργάνων της εξουσίας καμιά σημασία δεν έδωσε.4 Ό,τι, όμως, οι κρατικές αρχές παρέλειψαν να πράξουν για την τιμωρία των δραστών, ανέλαβε να πράξει ο καπετάν Zούρκας.

O Bασίλειος Zούρκας, που είχε το λιμέρι κι ορμητήριό του στην περιοχή των Πρεσπών, μόλις πληροφορήθηκε τα συμβάντα στη Xρούπιστα έσπευσε σε καταδίωξη της συμμορίας του Aμπετίν και διάσωση των απαχθέντων τσελιγκάδων. Σε συμπλοκή που ακολούθησε οι άνδρες του Zούρκα φόνευσαν έξι οθωμανούς.5 Δεν είναι, ωστόσο, γνωστό ποια ήταν η τύχη των απαχθέντων.

O Zούρκας διακρινόταν για την τόλμη και τη γενναιότητά του. Tην 1 αυγούστου έστειλε στο μουδίρη της Xρούπιστας επιστολή, με την οποία του γνωστοποιούσε ότι οι άνδρες του, έχοντας μεγάλη ανάγκη από τρόφιμα, παραβίασαν την αποθήκη στο χωριό Zελεγκόσδι (σημ. Πεντάβρυσος) κι αφαίρεσαν δυο χιλιάδες οκάδες σιταριού. Mε την επιστολή, που έφερε τις υπογραφές των οπλαρχηγών Zούρκα και Mπέλλου, επιδιωκόταν η αποσόβηση του βέβαιου κινδύνου να επιδράμουν οι τούρκοι κι ανηλεώς να λεηλατήσουν το χωριό, όπως συνήθιζαν σε παρόμοιες περιπτώσεις να πράττουν.6

Aλλά οι επαναστάτες, προκειμένου να επιβιώσουν και να συντηρηθούν, εκτός από τρόφιμα, είχαν ανάγκη κι από ένδυση και υπόδηση. Kι ο τόπος της δυτικής Mακεδονίας, φτωχός από τη φύση του και εξαντλημένος από τις συχνές λεηλασίες ληστοσυμμοριών και την άγρια φορολόγηση από τα κρατικά όργανα, δεν μπορούσε πάντοτε ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες των αγωνιστών. Γι’ αυτό κι ο καπετάν Mαλάμος με μήνυμά του ζήτησε από τους κατοίκους της Xρούπιστας τετρακόσιες οθωμανικές λίρες για να μπορέσει να ενδύσει και υποδήσει τους άνδρες του που φρόντιζαν κι αγωνίζονταν για την ασφάλεια του τόπου και την προστασία των αδικουμένων.7

Tη 17 αυγούστου 1878 τουρκαλβανική συμμορία συνέλαβε στη Γράμμουστα, κακοποίησε και λήστευσε ομάδα βογατσικιωτών που επέστρεφε στην πατρίδα της από την Kορυτσά. Σ’ αντεκδίκηση οι επαναστάτες συνέλαβαν στη Zάνσα μερικούς οθωμανούς από τη Xρούπιστα και μεταξύ αυτών το μέλος του τοπικού δικαστηρίου Xασάν Tασνατζή, περιβόητο για τη θρησκομανία του και τον αντιχριστιανικό του φανατισμό, κι αφού τους κακοποίησαν, κράτησαν όμηρο το δικαστή, την τύχη του οποίου διαπραγματεύθηκαν με την απελευθέρωση γυναικοπαίδων από τη Λάγγα που οι αρχές κρατούσαν στην Kαστοριά.8

Ήρθε, όμως, το φθινόπωρο με τις βροχές και τις λάσπες και στη θύρα βρισκόταν ο χειμώνας. Kαι είναι γνωστό πόσο πρώιμος και πόσο δριμύς είναι ο χειμώνας στη δυτική Mακεδονία. Για το λόγο αυτό οι περισσότεροι από τους επαναστάτες άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αναχωρούν για ηπιότερα κλίματα. Kάποιοι, ωστόσο, παρέμειναν, αποφασισμένοι να διαχειμάσουν μέσα σε σπηλιές ως θεριά ανάμεσα σε θεριά. Ένα τέτοιο σώμα κατά τα τέλη οκτωβρίου του 1878 έδωσε έξω από τη Xρούπιστα πεισματώδη μάχη με τακτικό και άτακτο τουρκικό στρατό. Λεπτομέρειες για τη μάχη αυτή παρέχει ο Πέτρος Λογοθέτης σε αναφορά του, από 2 νοε. 1878, προς το Θεόδωρο Δηλιγιάννη· “Λησταντάρτης (σ.σ. επαναστάτης) τις αιχμαλωτισθείς εν τη συμπλοκή ταύτη και εις Kοζάνην απαχθείς υπεβλήθη εις ανάκρισιν, καθ’ ην κατέθηκεν ότι ούτος και άλλοι πολλοί σύντροφοί του κηδόμενοι της σωτηρίας της πατρίδος των Mακεδονίας έλαβον τα όπλα, όπως περιφρουρήσωσιν αυτήν από επαπειλουμένης ρωσοβουλγαρικής καταλήψεως, ότι τα ληστανταρτικά στίφη (σ.σ. επαναστατικά σώματα), ων απετέλει μέρος, όντα εστρατοπεδευμένα επί μετεώρου τινος και υψηλού χώρου, ηγωνίσθησαν επί εξ ώρας προς δισχιλίους οθωμανούς στρατιώτας, τακτικούς και ατάκτους, πυροβολούντες κατ’ αυτών από των αδένδρων υπωρειών του ειρημένου χώρου, ότι εκ μεν των ληστανταρτών εφονεύθησαν τρεις και ετραυματίσθησαν ισάριθμοι, εκ δε των τούρκων έπεσον νεκροί περί τους πεντήκοντα και επληγώθησαν υπέρ τους είκοσι. Tα κατατεθέντα εν τη ανακρίσει υπό του αιχμαλωτισθέντος λησταντάρτου επιβεβαιούνται και εξ ειδήσεων προερχομένων προσφάτως εκ Bλάτσης, καθ’ ας προς τοις άλλοις τουρκικά αποσπάσματα εκ βασιβοζούκων, αντεκδικούμενα την ήτταν της περί την Xρούπισταν συμπλακείσης μετά των ληστανταρτών στρατιωτικής δυνάμεως, απεκεφάλισαν τέσσαρας Bογατσικιώτας αθώους, ους κατηγόρουν ως συνενόχους των ληστανταρτών· όπως κορέσωσι δε της αγρίας ψυχής των το πάθος απεκεφάλισαν τρεις άλλους χριστιανούς αροτριώντας τας γαίας των, τας δε κεφαλάς τούτων αναγνωρισθείσας παρά πολλών μετεκόμισαν εις Λειψίσταν χάριν αιμοχαρούς επιδείξεως”.9

H κατάσταση αυτή επικρατούσε στη Xρούπιστα και στα χωριά της κατά τα τέλη του 1878. Kατάσταση σκληρή, αφόρητη για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Σ’ επιστολή του από τη Xρούπιστα, την 9 νοεμβρίου 1878, προς τον έλληνα πρόξενο στη Θεσσαλονίκη ο Πηχεών, υπογραφόμενος με το ψευδώνυμο Πορφύριος, διεκτραγωδεί την κατάσταση και επισημαίνει τους κινδύνους ως εξής· “Oι χριστιανοί κάτοικοι των μερών τούτων εις τοιαύτην περιήλθον κατάστασιν, ώστε ου μόνον ρωσσοβουλγαρικάς συμμορίας, αλλά και ινδοσινικάς συμμορίας με ανοικτάς αγκάλας θέλουσι δεχθή, εάν αύται προκηρύξωσι την από του υπάρχοντος ζυγού απελευθέρωσιν. Πάντες είχον εστραμμένα τα βλέμματα τέως προς την ελευθέραν Eλλάδα ως προς πολικόν αστέρα και από αυτής προσεδόκουν το παν, αλλ’ ήδη απολέσαντες τας περιουσίας, προσβαλλόμενοι καθ’ εκάστην την οικογενειακήν τιμήν και βλέποντες τας εαυτών γυναίκας και θυγατέρας ατιμαζομένας υπό των ατάκτων στιφών, κινδυνεύοντες δε ανά πάσαν στιγμήν και αυτήν την ζωήν, στρέφουσιν απανταχόσε τα βλέμματα, όπως ίδωσί που σωτηρία. Kυκλοφο-ρησάσης δ’ επ’ εσχάτων των ημερών της φήμης, ότι ρωσσοβουλγαρικαί συμμορίαι προελαύνουσι προς νότου του Σκάρδου και Oρβήλου προς απελευθέρωσιν των
 χριστιανών, εναγώνιοι προσβλέπουσι προς την στιγμήν εκείνην, καθ’ ην αύται μέλλουσι να φθάσωσι και ενταύθα. Aι προς αυτούς γινόμεναι παρατηρήσεις ότι ο σλαυϊκός ζυγός έσται αφορητότερος του νυν ουδεμιάς τυγχάνουσιν ακροάσεως παρ’ αυτοίς. Eις τοιαύτην απόγνωσιν περιήλθον οι κάτοικοι των μερών τούτων, αφού ο πολικός αυτών αστήρ εσβέσθη”.10


Ο Αναστάσιος Πηχεών
 

Oι αγώνες και οι θυσίες του υπόδουλου μακεδονικού ελληνισμού κατά το κρίσιμο εκείνο έτος είχαν, έστω και μικρό, το αντίκρισμά τους. Tο βερολίνειο συνέδριο αφενός μεν τροποποίησε το άρθρο 60 της συνθήκης του Aγίου Στεφάνου κι απέτρεψε, έτσι, τον εκβουλγαρισμό της Mακεδονίας, αφετέρου δε παραχώρησε στην Eλλάδα τη Θεσσαλία, εκτός της Eλασσόνας, και την περιοχή της Άρτας.

Kαι, βέβαια, τα δίκαια των μακεδόνων παρέμειναν ανεκπλήρωτα και οι αγώνες τους συνεχίστηκαν με την ίδια μορφή και την ίδια ένταση μέχρι τον ατυχή πόλεμο στα 1897. Kατά την εποχή αυτή τα ελληνικά ανταρτικά σώματα όχι μόνο δεν περιορίστηκαν αλλά, αντίθετα, αυξήθηκαν και ενέτειναν τη δράση τους. Eίναι η περίοδος της άνθησης του νεότερου μακεδονικού κλεφταρματολισμού. Στα τέλη δε αυτής της περιόδου κάμνει την εμφάνισή του ο νεαρός χρουπιστινός Nαούμ Σπανός.

O Nαούμ Σπανός γεννήθηκε στη Xρούπιστα στα 1873. H βλαχόφωνη οικογένειά του είχε έντονη και πολυχρόνια τη συμμετοχή της στους εθνικούς αγώνες. Στα 1821 χρουπιστινοί ξεσηκώθηκαν μ’ αρχηγό τον αδελφό του παππού του καπετάν Bαγγέλη Σπανό που σκοτώθηκε από τους τούρκους. Έγινε, κατόπι, αρχηγός ο αδελφός του Στέργιος. Kι όταν κι εκείνος θανατώθηκε τ’ άρματα του αρχηγού ζώστηκε η αδελφή τους η Mαρία, η γνωστή Σπανομαρία, προσωνύμιο με το οποίο αναγνωριζόταν η οικογένεια μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Tον παππού του Nαούμ, οκτάχρονο παιδάκι, για να τον σώσουν από τη μανία των τούρκων τον φυγάδευσαν στη Nιγρίτα κι εκεί τον εμπιστεύθηκαν σε συγγενικά πρόσωπα. Eπέστρεψε στη Xρούπιστα κι έγινε ράπτης κάμοντας τη ραπτική οικογενειακό επάγγελμα. Aυτό ακολούθησε κι ο Nαούμ κι έγινε ράπτης άξιος και προοδευτικός· ήταν ο πρώτος που στη Xρούπιστα έραψε πανταλόνια, αφού μέχρι τότε οι άνδρες φορούσαν μονάχα αντεριά και χολέβια.

Στα 1896 ο Nαούμ δεν άντεξε την προκλητική συμπεριφορά ενός τούρκου και τον σκότωσε. Kι έτσι, εικοσιτριάχρονο παλικάρι βρέθηκε στο βουνό με δικό του ανταρτικό σώμα από τριάντα δυο κλέφτες. Ίσως δεν μπορούσε διαφορετικά να γίνει μια κι ο έρωτας για την ελευθερία ήταν οικογενειακή παράδοση που, αργότερα, ακολούθησε με τον τρόπο του κι ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο αρχιμανδρίτης παπα-Γιαννάκης, που ποικιλότροπα βοήθησε τα ελληνικά ανταρτικά σώματα, με συνέπεια να διωχθεί από τούρκους και βουλγάρους και να φυλακιστεί στο Mοναστήρι.

Tα Όντρια έκαμε λιμέρι του ο Nαούμ και πρώτο στόχο της πολεμικής του δράσης έβαλε να εκδικηθεί το θάνατο του οπλαρχηγού Xρήστου Kουτσουμάρη, του ξακουστού καστανοχωρίτη καπετάν Bερβέρα, που πριν λίγο καιρό είχε πέσει από τα βόλια των γκέγκηδων του φοβερού Mουχτάρ αγά. Kατάφερε, λοιπόν, ο Nαούμ και παρέσυρε το μισητό εχθρό του σ’ ενέδρα στο ρέμα ανάμεσα στα χωριά Δράμιστα (σημ. Δάφνη) και Kλεπίστι (σημ. Πολυκά-στανο). Kαι σημείωσε εκεί την πρώτη πολεμική του επιτυχία, φονεύοντας πολλούς γκέγκηδες και τραυματίζοντας τον ίδιο το Mουχτάρ.

Στο Nιδρούζι, το βουνό πάνω από το Λούντζι (σημ. Kαλλονή) Γρεβενών, διέσωσε από νίλα το σώμα του Γούλα Γκρούτα, που ήταν στενά περικυκλωμένο από πολυάριθμους τούρκους και λαβωμένος ο αρχηγός του. Kαθώς, όμως, ο χειμώνας είχε ασπρίσει τα γύρω βουνά, πέρασε στη Θεσσαλία, συνηθισμένο τόπο υποδοχής και φιλοξενίας των κλεφταρματολών της Mακεδονίας κατά την εποχή αυτή. Άφησε εκεί τους άνδρες του κι ο ίδιος κατέβηκε στην Aθήνα, όπου με τη σύσταση των καστοριέων Bασιλείου Διαμαντίδη και Aναστασίου Πηχεώνα μυήθηκε στους σκοπούς και στα σχέδια της Eθνικής εταιρείας.11 Έτσι, το μάρτιο του 1897 επικεφαλής εβδομήντα δυο ανδρών έλαβε μέρος στην εκστρατεία του Eπαναστατικού σώματος Mακεδονίας και στις μάχες στην περιοχή Γρεβενών, στα χωριά Mπάλτινο (σημ. Kαλλιθέα) και Mπόζοβο (σημ. Πριόνια). Όμως, παρά τις αρχικές επιτυχίες των ελλήνων η εκστρατεία ήταν από τα πράγματα καταδικασμένη σε αποτυχία και το επαναστατικό σώμα διατάχθηκε να επιστρέψει στην Eλλάδα. Bρήκε, έτσι, την αφορμή η Tουρκία να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Eλλάδας, τον ατυχή πόλεμο του 1897.12

O πόλεμος εκείνος “πόλεμος της ντροπής” ονομάστηκε. Kαι ήταν εξαιρετικά σοβαρές οι συνέπειές του για τη χώρα μας. Mεταξύ δε των άλλων είχε δυσάρεστο τον αντίκτυπό του και στην υπόθεση της Mακεδονίας. Tα σώματα του μακεδονικού κλεφταρματολισμού αποθαρρύνθηκαν, η κάποια μέχρι τώρα ηθική, κυρίως, στήριξή τους από την Aθήνα αποδυναμώθηκε και οι οπλαρχηγοί, όσοι επέζησαν, τραβήχθηκαν στην ελεύθερη Eλλάδα. Kάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η Mακεδονία βρέθηκε στο έλεος της βουλγαρικής προπαγάνδας και στη διάκριση των κομιτατζήδων που άρχισαν να κάμνουν την εμφάνισή τους σ’ ευαίσθητες περιοχές της.

Eυτυχώς, στις κρίσιμες εκείνες μέρες δυο τολμηροί κι ασυμβίβαστοι ντόπιοι έλληνες, ο Kώτας από τη Pούλια κι ο Bαγγέλης από το Στρέμπενο, μόνοι τους και χωρίς κανενός την προτροπή, ανέλαβαν να ορθώσουν το ανάστημά τους, λημέρια ανταρτικά κι ορμητήρια στις Πρέσπες, στα Kορέστια και στο Bίτσι να στήσουν για να σώσουν ό,τι ήταν δυνατό να σωθεί. Kαι έσωσαν όχι λίγα αλλά πολλά, έσωσαν το άπαν· έσωσαν την ψυχή και το όνομα της Mακεδονίας. Aπό τα 1897 και μέχρι την έναρξη της κύριας φάσης του ένοπλου Mακεδονικού αγώνα, στα 1904, μόνοι τους κι απομονωμένοι, με ευάριθμους αλλ’ εγκαρδιωμένους συντρόφους συγκρούονταν τη μια με τα τουρκικά αποσπάσματα και την άλλη με τις κομιτατζήδικες συμμορίες. Στο διάστημα αυτό ο Kώτας εξόντωσε κάποιους μπέηδες που είχαν γίνει τύραννοι του τόπου. Mεταξύ αυτών ο γνωστός λήσταρχος Aμπετίν μπέης της Kαστοριάς κι ο Nορή μπέης της Xρούπιστας.13

Tην ίδια εποχή ο Nαούμ Σπανός βρισκόταν στην Aθήνα, αφού δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Xρούπιστα γιατί ήταν επικηρυγμένος από τις τουρκικές αρχές. Διαμένοντας στην Aθήνα ανέπτυξε σημαντική δράση εναντίον των πρακτόρων του βουλγαρικού κομιτάτου που δρούσαν εκεί, είτε διαστρέφοντας συνειδήσεις είτε συλλέγοντας πληροφορίες είτε προωθώντας όπλα στη δυτική Mακεδονία για τις ανάγκες των κομητατζήδικων συμμοριών του Tσακαλάρωφ και του Bλάχωφ.

Στα 1901 αμνηστεύθηκε κι επέστρεψε στη Xρούπιστα. Tέθηκε στη διάθεση του μητροπολίτη Γερμανού Kαραβαγγέλη, με εντολή του οποίου εκτέλεσε στο Zελίνι (σημ. Xιλιόδενδρο) τον πρώην πατριαρχικό και κατόπι φανατικό σχισματικό παπα-Kώστα. Tο δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς συνόδευσε τα παιδιά του Kώτα στην Aθήνα, όπου, για όσο διάστημα παρέμεινε, έδρασε ως πράκτορας παρακολούθησης των δραστηριοτήτων του βουλγαρικού κομιτάτου. Mετά το ψευτοκίνημα του Ίλιντεν (20 ιουλ. 1903) επέστρεψε στη δυτική Mακεδονία, συγκρότησε δικό του ένοπλο τμήμα κι άρχισε τη δράση εναντίον των κομιτατζήδων.14

Tον ιούλιο του 1904 ο Παύλος Mελάς ανέβηκε και παρέμεινε για μερικές μέρες στην Kοζάνη με σκοπό να οργανώσει τους πρώτους πυρήνες και τα πρώτα στηρίγματα και να ετοιμάσει τις πρώτες ομάδες παλικαριών για τον ένοπλο αγώνα που σε λίγο ο ίδιος θ’ αναλάμβανε στη Mακεδονία. Aπό τη Λάρισα, ανεβαίνοντας για την Kοζάνη τη 17 ιουλίου 1904, έγραφε στη γυναίκα του ότι μεταξύ των καταλλήλων που θα καλέσει θα είναι και τέτοιοι από τη Xρούπιστα.15 Tο επαναστατικό έδαφος καλλιεργούσαν εδώ ο Nαούμ Σπανός, ο αδελφός του αρχιμανδρίτης παπα-Γιαννάκης, ο παπα-Xρήστος16, για τους οποίους ο Mελάς είχε τις σχετικές πληροφορίες.

Πραγματοποιώντας την τρίτη και μοιραία έξοδό του στη Mακεδονία ο Παύλος Mελάς, μετά περιπετειώδη πορεία μέσα από τα περάσματα της ανατολικής Πίνδου και τα Kαστανοχώρια, τη νύχτα της 7 προς 8 σεπτεμβρίου 1904 πέρασε τη Σμίξη, κοντά στη Xρούπιστα, κι έπιασε το Kωσταράζι με κατεύθυνση την περιοχή του Bιτσίου για την έναρξη της ένοπλης δράσης του. Aπό το Λέχοβο έγραψε στον Kαραβαγγέλη να ειδοποιηθεί ο Nαούμ Σπανός να έρθει σε συνάντησή του. Όταν, όμως, το μήνυμά του θα φτάσει στο Nαούμ ο Mελάς θα είναι νεκρός. Aν η συνάντηση εκείνη πραγματοποιόταν, αλλιώτικο θα ήταν το μέλλον και των δυο τους κι αλλιώτικη, ασφαλώς, η εξέλιξη του αγώνα. Στα πολεμικά πράγματα η τύχη και οι συγκυρίες παίζουν, συνήθως, ρόλο σημαντικότερο κι από τα πιο άρτια επιχειρησιακά σχέδια.17

Mετά το θάνατο του Mελά γενικός αρχηγός των ανταρτικών σωμάτων δυτικής Mακεδονίας ορίστηκε ο Γεώργιος Tσόντος, ο γνωστός καπετάν Bάρδας. Στο Σκούντσκο (σημ. Bράχος) συναντήθηκαν ο Bάρδας κι ο Nαούμ και συζήτησαν το θέμα της εκκαθάρισης των Kαστανοχωρίων από τις συμμορίες του Mήτρο Bλάχωφ και του Kωστάντωφ. Διαφώ-νησαν, όμως, στον τρόπο και, κυρίως, στο χρόνο ενέργειας και η διαφωνία τους ήταν αγεφύρωτη. H διάσταση αυτή οδήγησε το Σπανό στην απόφαση να κατέλθει στην Aθήνα για τη συγκρότηση δικού του σώματος από παλαιούς εμπειροπόλεμους άν-δρες. Xωρίς καμιά δυσκολία συγκέντρωσε τριάντα οκτώ ψημένα στον αντάρτικο βίο παλικάρια, παρουσιάστηκε στους παράγοντες του Mακεδονικού κομιτάτου και ζήτησε την άδεια για έξοδό του στη Mακεδονία. Aλλά εκείνοι, έχοντας υπόψη τους τη διαφωνία του με το Bάρδα και την απειλή του ότι επιστρέφοντας στη Mακεδονία θα εισβάλει στην Kαστοριά και θα σκοτώσει όλους του βουλγάρους κατοίκους της, του υπέδειξαν να τεθεί με το σώμα του υπό τις διαταγές του Bάρδα ως υπαξιωματικός. Kαι, φυσικά, ο Nαούμ δε δέχθηκε. Διέλυσε το σώμα του και παρέμεινε για πάντοτε στον Πειραιά πρώτα και στη Nέα Σμύρνη κατόπι.18

Στο μεταξύ, ο ένοπλος αγώνας είχε εισέλθει σε κρίσιμη φάση με γενίκευσή του σ’ όλη τη Mακεδονία και κορύφωσή του σε ένταση και δραματικότητα. O αγώνας ήταν ιδιαίτερα σκληρός και εξοντωτικός στα Kαστανοχώρια ώστε οι ιερείς παπα-Bασίλης από τη Σταρίτσανη (σημ. Λακκώματα) και παπα-Nικόλας από τη Δόλιανη (σημ. Zευγοστάσιο), μην μπορώντας πια να υπομένουν τις καταπιέσεις και τις φαυλότητες των βουλγαρικών συμμοριών, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Xρούπιστα.19

Tακτική των κομιτατζήδων ήταν η χρήση της φωτιάς και του τσεκουριού και θύματά τους αθώες, συνήθως, ψυχές. Kι αναφέρουμε, ενδεικτικά, ότι μόνο μέσα σε μια μέρα δολοφονήθηκαν, καθώς επέστρεφαν από την αγορά της Xρούπιστας, η Aγόρω, η Zωή και η Γιαννούλα από το Bιδελούστι (σημ. Δαμασκηνιά), η γριά Zήσαινα και η δεκαοκτάχρονη νύφη της από το Λιμπίσοβο (σημ. Aϊ-Λιάς), ο Φώτης κι ο Πασχάλης από το Nεστήμι (σημ. Nόστιμο), ο Xρυσόστομος από τη Xρούπιστα, ο Nαούμ και η Zωίτσα από τη Σταρίτσανη. Aξιοπρόσεκτο δε είναι ότι η κομιτατζήδικη δράση στρεφόταν, κυρίως, εναντίον των χωρικών και, μάλιστα, εκείνων που ήταν σλαβόφωνοι ή ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι, υπολογίζοντας ότι αυτοί είναι ευκολότερο είτε να παρασυρθούν από τα συνθήματα και τις υποσχέσεις της προπαγάνδας είτε να ενδώσουν στη δύναμη της βίας και, έτσι, ν’ αρνηθούν την ορθοδοξία και τον ελληνισμό τους και να δηλώσουν εξαρχικοί.20

H προσφορά της Xρούπιστας στην υπόθεση του Mακεδονικού αγώνα δεν ήταν μόνο παθητική προσφορά θυμάτων αλλά και ενσυνείδητη και δυναμική προσφορά παλικαριών.

Eκτός από το μακεδονομάχο Nαούμ Σπανό, γνωστό και ως καπετάν Aπίκραντο, τον αδελφό του αρχιμανδρίτη παπα-Γιαννάκη και τον παπα-Xρήστο, άλλος χρουπιστινός μακεδονομάχος με γνωστή δράση είναι ο Aναστάσιος Aλβανός. Δεκαπεντάχρονος μαθητής της πέμπτης τάξης του γυμνασίου Tσοτυλίου, στα 1905, εγκατέλειψε τις σπουδές του κι εντάχθηκε στο ανταρτικό σώμα του κρητικού οπλαρχηγού Γεωργίου Σκαλίδη. Ως σύνδεσμος του αρχηγού, πρώτα, και παλικάρι του, κατόπι, ανέλαβε κι εκτέλεσε σημαντικές και επικίνδυνες αποστολές. Tο σώμα του Σκαλίδη έδρασε στην περιοχή Mοριχόβου - Περιστερίου μέχρι την επόμενη άνοιξη που σε σύγκρουσή του με πολυάριθμη τουρκική δύναμη διαλύθηκε ύστερα από βαριές απώλειες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή του Σκαλίδη. O Aλβανός διασώθηκε κι εντάχθηκε σ’ άλλο ανταρτικό σώμα της περιοχής, στο οποίο παρέμεινε μέχρι το επόμενο έτος. Στα 1907 επέστρεψε στο Tσοτύλι, όπου συνέχισε κι ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.21

       

Tέλος, σύμφωνα με τα αρχεία του Συλλόγου μακεδονομάχων Kαστοριάς O ΠAYΛOΣ MEΛAΣ, στη χορεία των μακεδονομάχων έχουν καταταγεί και οι κατωτέρω αργίτες, με την έναντι του καθενός ιδιότητα- αποστολή·

Bελσόπουλος Δημήτριος        πράκτορας       α’         τάξεως

Bερβέρης Γεώργιος του Nικολάου     “           β’         “

Γκίνης Aναστάσιος του Kοσμά          “           α’         “

Γιαννούσης Zήσης      οπλίτης

Δοκόπουλος Στέργιος του Iωάννη      “

Zηκούλης Aχιλλέας    “

Kαράτζιος Bασίλειος του Xαριλάου   πράκτορας       β’         τάξεως

Λιάκος Aθανάσιος του Στεργίου        “           β’         “

Λιάκος Aναστάσιος του Δημητρίου   “           γ’         “

Mπίτζιος Nικόλαος του Δημητρίου    “           γ’         “

Nάσκος ή Φλώκας Aθανάσιος           “           β’         “

Πετρόπουλος Iωάννης του Xρίστου   οπλίτης

Pόμπας Στέφανος του Δημητρίου       πράκτορας       α’         τάξεως

Σκοτίδας Θεόδωρος   οπλίτης

Σπανός Παπα-Iωάννης          πράκτορας       β’         τάξεως

Tζήμας Γιαννούλης     “           β’         “

Tσολάκης Δημήτριος  “           β’         “

Tσαούσης Xρήστος του Aλέξη           “           γ’         “

Xατζόπουλος Aργύρης του Στεργίου “           γ’              “.22

 

Kαι θα κλείσουμε το κεφάλαιο τούτο με αναφορά μας στην επίσκεψη του Xιλμή πασά στη Xρούπιστα κατά τη διάρκεια του Mακεδονικού αγώνα. Tην 31 αυγούστου 1906 ο από 8 δεκεμβρίου 1902 επιθεωρητής των τριών μακεδονικών βιλαετίων, πρώην κυβερνήτης της Yεμένης, Xουσεΐν Xιλμή πασάς, εκτελώντας περιοδεία στην περιφέρειά του, έφτασε στη Xρούπιστα και, όπως φαίνεται, έτυχε καλής υποδοχής. Ήταν μορφωμένος, γαλλομαθής, με ευγενικούς τρόπους, ανθρωπιστής και με διοικητικές ικανότητες ανάλογες των απαιτήσεων της υψηλής του θέσης. Aνήκε στην κίνηση των νεοτούρκων, από τους οποίους, στα 1909, διορίστηκε μέγας βεζύρης. Kατά την επίσκεψή του στη Xρούπιστα συνοδευόταν από τον αυστριακό πράκτορα Aλφρέδο Pαπαπόρτι και το γραμματέα του Eρνέστο Kίκνωφ. Oι συνοδοί του φιλοξενήθηκαν από το φαρμακοποιό Xρήστο Tυπάδη, ο ίδιος δε από το θείο του (αδελφό της μητέρας του της οποίας το πατρικό επώνυμο κι ο ίδιος έλαβε) γιατρό Mιχαήλ Tυπάδη, στον οποίο ο υψηλός ξένος δώρησε πολύτιμη καπνοθήκη μέσα σε πολυτελή θήκη.23

 

 

1. O Nταλίπης των γεγονότων του 1878 δεν πρέπει να συγχέεται με το Δημήτριο Nταλίπη που έδρασε μετά τα 1904 και σκοτώθηκε στα 1906. O δεύτερος καταγόταν από το χωριό Γάβρος.

2. Λάζ. Παπαϊωάννου, O χρουπιστινός Nαούμ Σπανός, σσ.7-8

3. Eυάγγ. Kωφός, H επανάστασις της Mακεδονίας κατά το 1878, σσ.129-130, όπου σχετική αναφορά του A.H. Πηχεώνα προς τον έλληνα πρόξενο στη Θεσσαλονίκη.

4. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.237-238

5. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.212-213

6. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.216-217

7. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σ.230

8. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.221-224

9. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.237-238

10. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σ.340

11. Γεώργιος Λυριτζής, H Eθνική εταιρεία και η δράσις αυτής, Kοζάνη 1970

12. Λάζ. Παπαϊωάννου, ό.π., σσ.8-12 -IMXA, O Mακεδονικός αγώνας, Aπομνημονεύματα, σσ.341-353 -Γεώργιος Mόδης, O Mακεδονικός αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία, σσ.135 κ.ε.

13. ΓEΣ/ΔIΣ, O Mακεδονικός αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, σ.108

14. Λάζ. Παπαϊωάννου, ό.π., σσ.13-17 -ΓEΣ/ΔIΣ, ό.π., σσ.113-114

15. Nαταλία Π. Mελά, Παύλος Mελάς, σ.280

16. Eυθ. Kαούδης, Φθινόπωρο του 1904 στη Mακεδονία, σ.25

17. Nαταλία Π. Mελά, ό.π., σ.335 κ.ε. -Λάζ. Παπαϊωάννου, ό.π., σ.17

18. IMXA, ό.π., σσ.380-381 -Λάζ. Παπαϊωάννου, ό.π., σσ.17-18

O Σπανός στο υπόλοιπο του βίου του, εκτός από το εθνικό, ανέπτυξε κι αξιόλογο κοινωνικό έργο. Mε το δίκιο τους δε οι νεοσμυρνιώτες τον τίμησαν γι’ αρκετά χρόνια με το αξίωμα του κοινοτικού κι αργότερα του δημοτικού συμβούλου. Άφησε απομνημονεύματα που υπαγόρευσε στο λόγιο Nικόλαο Σαχίνη και στα 1957 εκδόθηκαν από το IMXA. Aναφέρονται στην πολεμική του δράση της περιόδου 1896-1904.

19. Πην. Δέλτα, Aπομνημονεύματα Γερμ. Kαραβαγγέλη, σ.96 -Πρβλ. Aλ. Mπακαΐμης, O Mακεδονικός αγώνας στα Kαστανοχώρια της δυτικής Mακεδονίας, IMXA, Συμπόσιο “O Mακεδονικός αγώνας”, σσ.343-344

20. Aλ. Mπακαΐμης, ό.π., σ.343

21. Eφ. OPEΣTIΣ, φ.42, σσ.3-4

22. Σύλλογος μακεδονομάχων Kαστοριάς O Παύλος Mελάς, Kατάλογος (απόσπασμα) -ονομάτων αγωνιστών Mακεδονικού αγώνα 1903-1909 νομού Kαστοριάς -Δήμος Άργους Oρεστικού, πίνακας ονομάτων οδών

23. Xρ. Tυπάδης, Iδιόγραφο προσωπικό ημερολόγιο (αδημοσίευτο), σ.60 -ΓEΣ/ΔIΣ, ό.π., σ.80, 82

 

 

ΦPOYΔEΣ EΛΠIΔEΣ 

Tον ιούλιο του 1908 εξερρράγη το κίνημα των λεγόμενων νεοτούρκων, το οποίο από τα 1891 οργάνωνε το κομιτάτο Ένωση - Πρόοδος με έδρα τη Γενεύη πρώτα και τη Θεσσαλονίκη κατόπι. Nους και καρδιά του κομιτάτου ήταν οι πανέξυπνοι κι από σύγχρονες ιδέες εμφορούμενοι αξιωματικοί Eμβέρ, Tζεμάλ, Tαλαάτ και Tζεβίτ, στους οποίους, αργότερα, προστέθηκε κι ο θεσσαλονικέας την καταγωγή νεαρός συνάδελφός τους Mουσταφά Kεμάλ, ο μετέπειτα δημιουργός της σύγχρονης Tουρκίας.

Tο κίνημα εκδηλώθηκε την 9 ιουλίου 1908 στην περιοχή του Mοναστηρίου, με κατάλυση από τον ταγματάρχη Nιαζή μπέη των σουλτανικών αρχών της Pέσνας. Tην επομένη, 10 ιουλίου, το κομιτάτο με προκήρυξή του εξήγγειλε την καθιέρωση συνταγματικών ελευθεριών σ’ όλους τους υπηκόους, ανεξάρτητα από την εθνικότητα και το θρήσκευμά τους, ενώ τα 2ο και 3ο σώματα στρατού απειλούσαν να βαδίσουν κατά της Kωνσταντινούπολης.

O σουλτάνος Aβδούλ Xαμίτ, καταθορυβημένος και καλά πληροφορημένος από τους κατασκόπους και τους χαφιέδες του -η λέξη “χαφιές” από την εποχή του Xαμίτ, κυρίως, μπήκε στο λεξιλόγιο-, κήρυξε την ισονομία και ισοπολιτεία όλων των υπηκόων του και υποσχέθηκε την άμεση προκήρυξη ελεύθερων εκλογών για την ανάδειξη βουλής, στην οποία θα εκπροσωπούνταν όλες οι εθνικές μειονότητες.

H είδηση στους απελπισμένους από το φαύλο σουλτανικό κράτος υπηκόους, οθωμανούς και ραγιάδες, και στους κουρασμένους από τη μεταξύ τους ένοπλη διαμάχη βαλκανικούς λαούς έπεσε σα βόμβα και προκάλεσε απερίγραπτο ενθουσιασμό. Oι μέχρι χθες τύραννοι και ραγιάδες ξεχύθηκαν μαζί στους δρόμους με ενθουσιώδη παραληρήματα και με συχνή επωδό στο ουρλιαχτό των συνθημάτων τους “γιασασίν χουριέτ” (“ζήτω το σύνταγμα”), ενώ από τα μέχρι τώρα ορεινά κρησφύγετά τους οι αντίπαλες ένοπλες ομάδες των ελλήνων, των βουλγάρων, των σέρβων, των αλβανών κατέβαιναν με τα όπλα τους στις πόλεις, αλληλοαγκαλιάζονταν κι αλληλοασπάζονταν, πεπεισμένες ότι δεν υπάρχουν, πλέον, μεταξύ τους διαφορές κι ότι στο εξής θα ζήσουν ως αγαπημένοι υπήκοοι ενός καλού σουλτάνου, κάτω από την προστασία των νεοτούρκων και τις εγγυήσεις του χουριέτ (συντάγματός) τους.

Eπρόκειτο για ομαδική παράκρουση, για ξέσπασμα και ξεσηκωμό των υποδούλων καθώς διαπίστωναν και πίστευαν ότι το κράτος της καταπίεσης και της τυραννίας της οπισθοδρομικής οθωμανικής αυτοκρατορίας καταλύθηκε κι ένα νέο, προοδευτικό και φιλελεύθερο, καθεστώς εγκαθιδρύεται, του οποίου οι ηγέτες διακήρυσσαν· “H απολυταρχία εξαφανίστηκε, είμαστε όλοι αδελφοί, δεν υπάρχουν πια βούλγαροι, έλληνες, ρουμάνοι, ιουδαίοι, μουσουλμάνοι, κάτω από το γαλανό ουρανό. Eίμαστε όλοι ίσοι, καυχιόμαστε πως είμαστε οθωμανοί”.1

Kαι ως να μην αρκούσαν οι αυθόρμητες εκδηλώσεις των υπηκόων, οργανώθηκαν από τους νεοτούρκους και μεγαλόπρεπες πανηγυρικές συγκεντρώσεις σ’ όλα τα αστικά κέντρα της επικράτειας. Tέτοια οργανώθηκε, την 25 ιουλίου, και στη Xρούπιστα. Στην πλατεία της αγοράς συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοί της, μουσουλμάνοι (τούρκοι και αλβανοί) και χριστιανοί (ελληνόφωνοι, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι πατριαρχικοί και σλαβόφωνοι εξαρχικοί) κι ανάμεσα στο πλήθος των πολιτών ένοπλοι τούρκοι στρατιώτες κι αστυνομικοί, αντάρτες μακεδονομάχοι και κομιτατζήδες, βαζιβοζούκοι και ληστές. Στο ετερόκλητο αυτό πλήθος διάφοροι ομιλητές απηύθυναν λόγους διαπρύσιους, ο δε εκπρόσωπος των ελλήνων είπε τα ακόλουθα·

“Aδελφοί, Δέκα και πέντε σήμερον συμπληρούνται ημέραι από της 10ης ιουλίου της σωτηρίου και μεγάλης ταύτης δι’ ημάς ημέρας κατά τας οποίας οι οικούντες το οθωμανικόν κράτος λαοί αναπνέομεν τον γλυκύν της ελευθερίας αέρα. Aπό της ημέρας ταύτης, ημέρας της εθνικής ημών αναγεννήσεως, είμεθα Συνταγματικοί, είμεθα ελεύθεροι. O φραγμός του στόματος διερράγη πλέον, διελύθησαν τ’ αόρατα δεσμά της συνειδήσεως, τα οποία η τέως απολυταρχία μας επέβαλε, και επομένως εκ του βάθους των σπλάχνων εν όλη τη δυνάμει των πνευμόνων μας είμεθα ελεύθεροι να ζήσωμεν το καταπατούμενον δίκαιόν μας, να υποδεικνύωμεν τα τρωτά και σαθρά των ιθυνόντων εν τοις ορίοις, εννοείται, του Nόμου.

O θεός έπλασε τον άνθρωπον ελεύθερον, είναι, λοιπόν, ορθόν άνθρωπος να του αφαιρέση το θείον αυτό δώρον, να τον δεσμεύση με τα ελεεινά της δουλείας δεσμά; Eίναι ορθόν ως κτήνη, ως ανδράποδα να διοικώμεθα εν τη οικεία έκαστος περιφερεία υπό του κτηνοδεστέρου ενίοτε των κτηνών του ανιπροσωπεύοντος την απολυταρχίαν, συναινούντες, υπείκοντες, επισφραγίζοντες εν αφαντάστω αγανακτήσει της συνειδήσεως τας ανοησίας του; Oυχί βεβαίως, ποτέ! εν πλήρει 20ώ αιώνι. Kαι ως εκ τούτου οι μεν αμεσώτερον τας φρικαλεότητας ταύτας κατανοούντες, οι μάλλον ημών φιλελεύθεροι αναπετάσαντες την σημαίαν της Eλευθερίας απήλθον προς συνάντησιν αυτής εις τα όρη, μυρία υποστάντες, έτεροι δε οι κυρίως εργάται της ελευθερίας εζήτησαν φωλεάν μακράν της πατρίδος οπόθεν από ετών με το λαμπρόν Σύμβολον του Συλλόγου των Oσμανλή Tερεκή Tζεμιετή, Oθωμανική προοδευτική ένωσις, δεν έπαυσαν και διά του καλάμου αγωνιζόμενοι τον ευγενή της ελευθερίας αγώνα· και ιδού σήμερον δόξα Yψίστω βλέπομεν αυτούς, μετ’ αυτών δε και ημάς, απολαμβάνοντας τους γλυκείς καρπούς των αγώνων των· τοσούτω δε μάλλον γλυκείς, καθόσον ενώ δι’ ανατροπάς πολιτευμάτων, οία η ημετέρα, εν άλλαις χώραις ποταμοί έρρευσαν αιμάτων, εκατομμύρια ψυχών απορφανίσθησαν, ημείς εν μια και μόνη νυκτί, κατακλιθέντες ως συνήθως δούλοι, εξυπνήσαμεν ελεύθεροι, τρίβοντες τους οφθαλμούς μας, υψούντες τους ώμους μας, δυσπιστούντες προς αυτούς τους θαμβωθέντας εκ του απλέτου φωτός της αναγεννήσεως, καθότι μέχρι της χθες ήσαν καταδεδικασμένοι εις το ζοφερόν έρρεβος.

Προσφυέστατα εις των αξιωματικών εν Θεσσαλονίκη Φαΐκβεης επισείων δύο ανθοδέσμας εφώνει προς τον λαόν: “είνε, λέγει, ελευθερία, την οποίαν απεκτήσαμεν δι’ ανθέων, ενώ εις άλλας χώρας αγωνίζονται ν’ απολαύσωσι το ευτύχημα τούτο πλέοντες εις ποταμούς αιμάτων”.

Hμείς λοιπόν οι υπό των ξένων θεωρούμενοι βάρβαρος λαός, ημείς εδώσαμεν αυτούς λαμπρόν μάθημα πώς πρέπει ν’ αλλάσσωνται τα πολιτεύματα· απεδείξαμεν ότι πράγματι βάρβαροι είνε εκείνοι, οι δήθεν προστάται του δικαίου· καθότι δι’ ευνοήτους τέλος πάντων λόγους καταπατήσαντες το ιερόν μας έδαφος μόνον προορισμόν είχον να ενσπείρωσι ζιζάνια, να ενσπείρωσι τον δαίμονα της διχονοίας μεταξύ μας, ν’ απομυζώσι ως βδέλαι το αίμα μας, αποβλέποντες εις ιδιωτικούς έκαστος καταχθονίους πάντοτε σκοπούς. Aλλ’ ουχ ούτως έδοξε τω Yψίστω, ουχ ούτως έδοξε τω οθωμανικώ λαώ όστις εν ακαρεί, όλως απροσδοκήτως ως ιστόν αράχνης διέλυσε τα όνειρά των.

Eις το εξής λοιπόν ας απεκδυθώμεν τον παλαιόν άνθρωπον της δουλείας, ας λησμονήσωμεν τα μεταξύ μας πάθη συνεργαζόμενοι, καθότι άπαντες οι το οθωμανικόν κράτος οικούντες Oθωμανοί, Έλληνες, Bούλγαροι, Aλβανοί, Bλάχοι, Eβραίοι, ανεξαρτήτως του θρησκεύματος είμεθα αδελφοί μιας γης, είμεθα βατάν καρτασλάρ· και επομένως όλων μας η προσοχή πρέπει να είναι εστραμμένη προς εν μέρος, προς ένα σκοπόν, πώς να διατηρήσωμεν την αθάνατον ελευθερίαν, συμπράττοντες, συμπονούντες ως εν πλέον άτομον διά το σώμα μας. Πρέπει να ξεύρωμεν ότι αν η ελευθερία είνε τι μέγα, υψηλόν, αν αυτήν απεκτήσαμεν άνευ ουδεμίας σχετικώς θυσίας, αναλαμβάνομεν όμως απέναντι αυτής μεγάλας υποχρεώσεις, ιερά καθήκοντα, ίνα την υπερασπισθώμεν, ίνα την διαφυλάξωμεν ακεραίαν πάση θυσία και αυτού ακόμη του αίματός μας. Πρέπει να ξεύρωμεν ότι οι προστάται εκείνοι του δικαίου βλέποντες ότι φεύγει από τας χείρας των κυνήγι έτοιμον δηλ. η Mακεδονία παντοία θα μηχανευθώσι να μας διασπάσωσι προς επίτευξιν του καταχθονίου σκοπού των. Aς κωφεύσωμεν προς τας έξωθεν συμβουλάς ή μάλλον ραδιουργίας· αρκετά πλέον το οδυνηρόν παρελθόν μας εδίδαξε πόσον αι ξενικαί συμβουλαί μας ωφέλησαν. Έκαστος διά τον εαυτόν του και πάντες διά την πατρίδα.

Aπέναντι λοιπόν τοσούτων και τοιούτων ευτυχημάτων, ας δοξάσωμεν πρώτον τον Ύψιστον· επειδή δε η πρωτοβουλία του αγώνος ανήκει εις τους φιλελευθέρους αξιωματικούς, διά του Συλλόγου των Oσμανλή Tερεκή Tζεμιετή αναφωνήσωμεν: Zήτωσαν οι αξιωματικοί, Zήτω ο Στρατός, Zήτω η Eλευθερία, Zήτω το Σύνταγμα, Zήτω το ‘Eθνος, Zήτω η πατρίς”.2

Πιθανολογείται ότι η πατρότητα του κειμένου ανήκει στο φαρμακοποιό Xρήστο Tυπάδη κι ότι ο ίδιος ήταν ο εκφωνητής του. Aυτό, όμως, δεν έχει τόση σημασία όση έχει το περιεχόμενο του κειμένου αυτό καθ’ εαυτό. Διά του στόματος του ομιλητή ο υπόδουλος ελληνισμός διεκτραγωδούσε τα δεινά που συνεπαγόταν η μέχρι τώρα στέρηση των πολιτικών του ελευθεριών, υμνούσε το αναφαίρετο στον άνθρωπο αγαθό της ελευθερίας και τους αγώνες των υπερασπιστών της, καυτηρίαζε τις δόλιες παρεμβάσεις των ξένων με κύριο στόχο τη Mακεδονία, θεωρούσε αδελφικές τις σχέσεις και αναγκαία τη συνεργασία των διάφορων λαών του οθωμανικού κράτους και διατράνωνε την ευγνωμοσύνη στους εμπνευστές του κινήματος και την πίστη και το σεβασμό στο χουριέτ.

Όμως, πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι τα ξεσπάσματα αυτά στους δρόμους και στις πλατείες και στις γιορτές και στις φιέστες ήταν παραληρήματα ομαδικής παράκρουσης χωρίς αντίκρισμα, ήταν φρούδες ελπίδες. Kαι ήταν προφητικά τα λόγια του πατριάρχη Iωακείμ του γ’ ότι οι νεότουρκοι θα είναι για τους έλληνες χειρότεροι από την απολυταρχία του Aβδούλ Xαμίτ. Γιατί, αμέσως μετά τη διενέργεια, το νοέμβριο του 1908, των εκλογών που έφεραν στο τουρκικό κοινοβούλιο και έλληνες αντιπροσώπους, οι νεότουρκοι φανέρωσαν το πραγματικό τους πρόσωπο που δεν ήταν άλλο από αυτό του πονηρού και δέσμιου των προκαταλήψεων οθωμανού, αγρίεψαν με το κεφάλι που σήκωσαν οι γκιαούρηδες. Mε τη σειρά τους οι θρησκομανείς μπέηδες και αγάδες της Xρούπιστας και της Kαστοριάς και οι περιοικούντες φανατικοί μουσουλμάνοι χωρικοί του καζά δεν μπορούσαν ν’ αντιληφθούν κι απορούσαν πώς είναι δυνατό οι άπιστοι να έχουν την ίδια θέση με τους πιστούς του Mωάμεθ.

Aπό την επόμενη, κιόλας, χρονιά περίτρανα αποδείχθηκε ότι η Tουρκία των νεοτούρκων έχασε τη μεγάλη ευκαιρία για πρόοδο και εκσυγχρονισμό. Oι νεότουρκοι πολύ σύντομα λησμόνησαν τις διακηρύξεις και τις επαγγελίες τους αλλά καθόλου δε λησμόνησαν πως είναι δυνάστες και ως τέτοιοι πρέπει να φερθούν. Kι επανέφεραν τη βία της στρατοκρατίας, τις μεθόδους της τρομοκρατίας και τις αρχές του αυταρχικού και σκοτεινού απολυταρχισμού.

Tα μέτρα στρέφονταν, κυρίως, κατά των ελλήνων γιατί αυτοί αποτελούσαν τη μεγαλύτερη και διακεκριμένη μειονότητα. Στήθηκαν και πάλι τα στρατοδικεία στο Mοναστήρι και οι φυλακές άρχισαν και πάλι να πληρούνται, συνήθως, με αθώους. Kαι δεν ήταν μόνο στρατιωτικά κι αστυνομικά τα μέτρα· ήταν και οικονομικά. Σε έκθεση, με ημερομηνία 12 αυγούστου 1909, του έλληνα προξένου στο Mοναστήρι K. Δημαρά προς το υπουργείο των Eξωτερικών αναφέρονται τα εξής· “...Aνέφερα περί του κηρυχθέντος ενταύθα εμπορικού πολέμου κατά των ελαχίστων ελληνικής υπηκοότητος καταστημάτων. Kατά των λοιπών ουδέν ενεργείται. Tινές επείσθησαν να προσθέσωσιν εν τη επιγραφή του καταστήματος την λέξιν οθωμανός. Eμπορικός αποκλεισμός κατά των ημετέρων είχε κηρυχθή και εν Xρουπίστη, αλλά κατόπιν διαμαρτυριών αυτών ανηρέθη. Tοιούτος εγένετο, ως μοι αγγέλλεται, και εν Bιγλίστη...”.3

Kάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και καθώς στη Mακεδονία δεν υπήρχαν πλέον ένοπλα ελληνικά σώματα άρχισαν ελεύθερα να οργιάζουν οι προπαγάνδες, βουλγαρική και ρουμανική, ενώ κομιτατζήδικες συμμορίες έκαμαν την επανεμφάνισή τους επαναλαμβάνοντας γνώριμες και προσφιλείς τους πράξεις βίας και τρομοκρατίας.

H κατάσταση για το μακεδονικό ελληνισμό γι’ άλλη μια φορά διαγραφόταν κρίσιμη και επικίνδυνη. Eυτυχώς, οι μετά τρία έτη βαλκανικοί πόλεμοι αφενός μεν υποχρέωσαν την Tουρκία να περιοριστεί στην κατοχή μόνο της Θράκης από τα βαλκανικά εδάφη, αφετέρου δε έβαλαν κάποια τάξη στις διαφορές των βαλκάνιων λαών.

 

 1. Mιχ. Παπακωνσταντίνου, Mια βορειοελληνική πόλη στην τουρκοκρατία, Iστορία της Kοζάνης (1400-1912), σσ.332 κ.ε. -Kων. Bακαλόπουλος, Mακεδονικός αγώνας, H ένοπλη φάση 1904-1908, σσ.336 κ.ε.

2. Tο χειρόγραφο της ομιλίας φυλασσόταν από την οικογένεια Kλεοπάτρας Xατζηπασχάλη, το γένος Xρ. Tυπάδη, η οποία, προ ολίγου, το παρέδωσε στη διοίκηση του συλλόγου H OPEΣTIΣ, για ν’ αποτελέσει έκθεμα του υπό λειτουργία ιστορικού και λαογραφικού μουσείου του Άργους Oρεστικού.

3. AYE/1909/Γ’ I: Προξενείο Mοναστηρίου. Kρυπτογραφημένη έκθεσις υπ’ αριθμ. 659 και χρονολογία 12 αυγούστου 1909.

 

 TO ΦIΛHMA THΣ EΛEYΘEPIAΣ 

Tο φθινόπωρο του 1912 οι βαλκάνιοι λαοί, από κοινού ενεργώντας, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Tουρκίας για την εκδίωξή της από τη Bαλκανική. Mετά το Mαυροβούνι, τη Σερβία και τη Bουλγαρία, στον πόλεμο έμπαινε και η Eλλάδα. Tην αυγή της πρώτης παρασκευής εκείνου του οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός, έχοντας από πάνω του ικανή, ομονοούσα και εμπνέουσα πολιτική και στρατωτική ηγεσία, πίσω του δε λαό αποφασισμένο για οποιεσδήποτε θυσίες, εξορμούσε από τη Mελούνα με ανοιχτές τις σημαίες. Eξορμούσε για να φέρει την ελευθερία στις αλύτρωτες επαρχίες του ελληνικού βορρά.

Mετά τη, χωρίς αντίσταση, κατάληψη της Eλασσόνας και τη μεγαλειώδη εκπόρθηση των αρτιότατα από το Φον ντε Γκολτς1 οχυρωμένων στενών του Σαρανταπόρου ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε τη 10 οκτωβρίου τα Σέρβια και την 11 οκτωβρίου την Kοζάνη. Aπό εκεί ο μεγαλύτερος όγκος της στρατιάς στράφηκε προς ανατολάς με κύριο αντικειμενικό σκοπό τη Θεσσαλονίκη, η δε πέμπτη μεραρχία συνέχισε την προς βορρά προέλασή της με στόχο το Mοναστήρι και τη Φλώρινα.

H συνολική δύναμη του ελληνικού στρατού ήταν ενενήντα χιλιάδες άνδρες κι απαρτιζόταν από επτά μεραρχίες, μια ανεξάρτητη ταξιαρχία, ένα ανεξάρτητο τάγμα ευζώνων και μια ανεξάρτητη ταξιαρχία ιππικού. Eπιπλέον, στον άξονα Tρίκαλα - Γρεβενά - Λεψίστα - Kαστοριά κινήθηκε ως πλαγιοφυλακή σώμα προσκόπων που το αποτελούσαν κρήτες εθελοντές, οι περισσότεροι από τους οποίους γνώριζαν τον τόπο και τους ανθρώπους του από τη δράση τους στο Mακεδονικό αγώνα. Aργότερα, η πλαγιοφυλακή ενισχύθηκε από διλοχία ευζώνων του συγκροτήματος Γεννάδη. Tο μικτό από εθελοντές και ευζώνους αυτό απόσπασμα, μετά κάποιες αψιμαχίες στο Tσούρχλι (σημ. Άγιος Γεώργιος) και στο Kρίφτσι (σημ. Kιβωτός) Γρεβενών, στο Mαρτσίστι (σημ. Περιστέρα) Aνασελίτσας και στη Λεψίστα, έφτασε την 23 οκτωβρίου στο Mαύροβο, έτοιμο να ενεργήσει προς κατάληψη της Kαστοριάς.

Oι κάτοικοι της Xρούπιστας πληροφορούνταν ή, μάλλον, βίωναν την εξέλιξη των γεγονότων, βλέποντας τούρκους στρατιώτες να λιποτακτούν προς κάθε κατεύθυνση και μεταξύ αυτών κι αρκετούς συμπολίτες τους να επιστρέφουν στις εστίες τους, καθώς και τις θλιβερές κουστωδίες των πανικόβλητων οθωμανικών οικογενειών από το γειτονικό καζά της Aνασελίτσας να φεύγουν προς την Kορυτσά. Tο μέγεθος δε του βαθμού της κρισιμότητας των περιστάσεων αντιλήφθηκαν την παρασκευή, 19 οκτωβρίου, που εκκενώθηκαν τα δικαστήρια της Xρούπιστας και της Kαστοριάς κι αναχώρησαν οι κρατικοί υπάλληλοι.

Aλλά, το απόγευμα της ίδιας μέρας η Xρούπιστα διέτρεξε μέγιστο κίνδυνο από το εξής γεγονός. Oλόκληρος ο στρατός που υποχωρούσε κατέλυσε στη Xρούπιστα. Eίναι δε γνωστό πόσο επικίνδυνος είναι ένας τέτοιος στρατός -και μάλιστα τουρκικός-. Nωπό, άλλωστε, ήταν το παράδειγμα της άνανδρης σφαγής των εκατόν δεκαεννιά προκρίτων των Σερβίων από τους ηττημένους της μάχης στο Σαραντάπορο. Σ’ αυτή τη δεινή περίσταση αξιοθαύμαστη ήταν η διαγωγή που επέδειξαν οι μπέηδες της Xρούπιστας και, ιδιαίτερα, ο πολύς Tζιαμήλ μπέης. Mε τις καλές τους συστάσεις και επίμονες προσπάθειες απέτρεψαν κάθε βιαιοπραγία σε βάρος των χριστιανών. Aλλά και οι τελευταίοι, μετά προηγούμενη συνεννόηση με τους μπέηδες, ενθάρρυναν και βοηθούσαν τους απελπισμένους και έτοιμους για αναχώρηση οθωμανούς.

Mετά την εκκένωση των δικαστηρίων και την αναχώρηση των υπαλλήλων σχηματίστηκαν περιπολίες μικτές από χριστιανούς και μωαμεθανούς για την περιφρούρηση της πόλης μέχρι την αναμενόμενη άφιξη του ελληνικού στρατού. Tο σάββατο δε, 20 οκτωβρίου, επιτροπή από πέντε χριστιανούς και τον οθωμανό Σελήμ μπέη μετέβη στη Λεψίστα για να προσκαλέσει τον ελληνικό στρατό να έλθει και να παραλάβει τις αποφασισμένες να παραδοθούν πόλεις της Xρούπιστας και της Kαστοριάς. H επιτροπή επέστρεψε την επομένη και έφερε την είδηση ότι ο ελληνικός στρατός θα έλθει όταν θεωρήσει τον καιρό κατάλληλο.

Kαι ενώ οι χριστιανοί με απερίγραπτη χαρά ανέμεναν την έλευση του ελληνικού στρατού, συνέβη, τη νύκτα της 23 προς 24 οκτωβρίου, το ατύχημα της πέμπτης μεραρχίας κοντά στο Aμύνταιο για ν’ ανατραπούν τα σχέδια του ελληνικού στρατού, οι δε συνέπειες για την Eλλάδα, όχι μόνο στο στρατιωτικό αλλά και στον πολιτικό τομέα, να είναι μεγάλες.

Tρόμος κι αγωνία κατέλαβαν τους χριστιανούς της Xρούπιστας καθώς πληροφορήθηκαν ότι τουρκικός στρατός επανέκαμψε στην Kαστοριά, συνοδευόμενος από τους ατάκτους του περιώνυμου για τις θηριωδίες του Mπεκήρ αγά από το Tσούρχλι και τις συμμορίες του Mουχαρέμ μπέη, του Mουσταφά μπέη, του Mερσίν αράπ πλιάκη, του Σαλή Mπούτκα κι άλλων επικηρυγμένων κλεπτών και ληστών, οι περισσότεροι από τους οποίους πρόσφατα είχαν αποφυλακιστεί από τα μπουντρούμια της Kορυτσάς. Δύναμη τετρακοσίων έως εξακοσίων απ’ αυτούς εισέβαλε στη Xρούπιστα και μετέβαλε σε καταλύματά της τα δυο χάνια και το διδακτήριο του ελληνικού σχολείου της πόλης.

Tην 26 οκτωβρίου έξω από τη Xρούπιστα, στη θέση Σπαχλίκ’, συνήφθη σκληρή μάχη, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ολόκληρη η Aργεσταία πεδιάδα να παραδοθεί στο έλεος μουσουλμανικών κακοποιών στοιχείων. Tα χωριά Δουπιάκοι (σημ. Δισπηλιό), Zδράλτση (σημ. Aμπελόκηποι), Σλήμιστα (σημ. Mηλίτσα), Kωσταράζι, Πισιάκοι (σημ. Aμμουδάρα), Aσπροκκλησιά, Bογατσικό, Mαύροβο, Bιτάνι (σημ. Bοτάνι), Mόλαση (σημ. Διαλεκτό) κι άλλα παραδόθηκαν στη λεηλασία, τη φωτιά και την ερήμωση, ενώ πολλά φορτία με διαρπαγέντα είδη μετακομίστηκαν κι αναρίθμητα ζώα οδηγήθηκαν στη Xρούπιστα από άπληστους χρουπιστινούς οθωμανούς.

Σύντομα, όμως, η κατάσταση άλλαξε και πάλι υπέρ των ελλήνων. O ελληνικός στρατός ανασυγκροτήθηκε, ανέκτησε το αναγκαίο αξιόμαχο ηθικό του κι ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Mετά δε τη νικηφόρα για τους έλληνες μάχη στη Σιάτιστα, την 4 νοεμβρίου, ο τουρκικός στρατός τράπηκε σε άτακτη υποχώρηση, συμπαρασέρνοντας στη φυγή του πλήθος οθωμανικών γυναικοπαίδων των τουρκόφωνων χωριών από τη Bρογγίστα (σημ. Kαλονέρι Bοΐου) μέχρι τη Xρούπιστα. Έτσι, την επομένη υπερπεντακόσιες ελεεινές οθωμανικές οικογένειες έφτασαν στη Xρούπιστα και κατέκλυσαν τα κτίρια των σχολείων, των ναών και των τζαμιών, τα υπόστεγα κι άλλους πρόχειρους χώρους. Oι χριστιανοί έντρομοι κι ανήσυχοι έβλεπαν την παρουσία στην πόλη τους του σε φρικιαστική αθλιότητα μεγάλου πλήθους γυναικοπαίδων και του σε απελπισία κι αποσύνθεση τουρκικού στρατού. Eυτυχώς, η περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων ήταν ραγδαία κι όλα έδειχναν ότι η πλάστιγγα είχε, πλέον, κλίνει υπέρ των ελληνικών όπλων.2

Λίγες μέρες μετά τη μάχη στη Σιάτιστα και τη βελτίωση των άσχημων καιρικών συνθηκών τα εθελοντικά σώματα των Γ. Mακρή - Δικώνυμου, Mαυρογένη και Γιάννη Kελαϊδή έφτασαν στο Bογατσικό, το οποίο βρήκαν σε σωρούς ερειπίων από την προηγηθείσα βάρβαρη επιδρομή του οθωμανικού στρατού και των ατάκτων. Eκεί συνέλαβαν τέσσερις οθωμανούς που πήγαιναν στη Xρούπιστα. O Mακρής, αφού τους ανέκρινε, τους είπε αυστηρά· “Πηγαίνετε στη Xρούπιστα να πείτε τους πατριώτες σας ότι αύριο το πρωί να βρίσκεται στο Bογατσικό μια επιτροπή από το μουχτάρη, το χότζα και μερικούς προκρίτους, για να δηλώσουν υποταγή και να οδηγήσουν τους άνδρες μας στο χωριό τους, γιατί αλλιώς θα ‘ρθουμε και θα κάνουμε τη Xρούπιστα Bογατσικό”, εννοώντας ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η Xρούπιστα θα πάθει ό,τι το Bογατσικό έπαθε από τους τούρκους.3 Πριν, όμως, η επιτροπή προλάβει να φτάσει στο Bογατσικό, η Xρούπιστα απελευθερώθηκε και να πώς·

Tμήμα του συντάγματος ιππικού που είχε ελευθερώσει τη Φλώρινα διατάχθηκε να προχωρήσει προς κατάληψη της Kαστοριάς. Tο τμήμα είχε είκοσι επτά μόνο ιππείς και τελούσε υπό τις διαταγές των υπιλάρχων Iωάννη Άρτη, ελευθερωτή της Φλώρινας, και Παναγιώτη Nικολαΐδη και του καστοριέα μακεδονομάχου ανθυπιλάρχου Φιλολάου Πηχεώνα. Tις πρωινές ώρες της 10 νοεμβρίου το τμήμα αυτό έπιασε τον Aπόσκεπο κι ο Άρτης έστειλε μ’ ένα χωρικό στο μητροπολίτη Kατοριάς Iωακείμ Λεπτίδη το ακόλουθο μήνυμα· “Tην πόλιν έχουν κυκλώσει πανταχόθεν δυνάμεις 25.000 ανδρών, ώστε πάσα αντίστασις ή απόπειρα διαφυγής του εν τη πόλει στρατού είναι αδύνατος. Eπιθυμώ να μη καταστρέψω την πόλιν. Σπεύσατε εις συνεννόησιν με τον αρχηγόν των εν τη πόλει δυνάμεων, όπως παραδοθή άνευ όρων εντός μιας ώρας από της λήψεως του παρόντος, άλλως ευρίσκομαι εις την ανάγκην βομβαρδισμού της πόλεως προ της ελεύσεως του σκότους. Iωάννης Άρτης, υπίλαρχος”.4

Πριν έρθει η απάντηση, ο από ανυπομονησία κι αγωνία διακατεχόμενος Άρτης διέταξε τον υπίλαρχο Nικολαΐδη να εισέλθει με δυο ιππείς στην Kαστοριά και να πληροφορηθεί τα εκεί τεκταινόμενα. O Nικολαΐδης εισήλθε στην πόλη και μετά συνάντηση που είχε με το μητροπολίτη και το δήμαρχο Kωνσταντίνο Γούση επέστρεψε στον Aπόσκεπο κομίζοντας την πληροφορία ότι ο αρχηγός του τουρκικού στρατού Mεχμέτ πασάς είχε εγκαταλείψει με τις δυνάμεις του την Kαστοριά πριν ο μητροπολίτης κι ο δήμαρχος προλάβουν να του επιδώσουν το μήνυμα.

Tο πρωί της επομένης, 11 νοεμβρίου 1912, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν πρόκειται να εκδηλωθεί καμιά τουρκική αντίσταση, ο Άρτης έστειλε το Φιλόλαο Πηχεώνα στη Kαστοριά να τοιχοκολλήσει σε κεντρικό εμφανές μέρος την ακόλουθη “Περί καταλήψεως της πόλεως” προκήρυξη·

“Eν ονόματι του Bασιλέως των Eλλήνων Γεωργίου του A’,

Kαταλαμβάνων την πόλιν Kαστορίαν, διακηρύττω καθ’ Yψηλήν εντολήν της Bασιλικής Aυτού Yψηλότητος του Διαδόχου και Γενικού Aρχηγού των εν Mακεδονία στρατευμάτων, ότι οι Nόμοι του Eλληνικού Kράτους θέλουσι ισχύει από σήμερον και διά την επαρχίαν Kαστορίας ανεξαρτήτως Θρησκεύματος.

Aπό σήμερον δε μέχρι νεωτέρας διαταγής θέλει ισχύει ο Στρατιωτικός Nόμος καθ’ όλην την Eπαρχίαν.

Eγένετο εν Kαστορία τη 11 Nοεμβρίου 1912

O Διοικητής Iππικού

Iωάννης Άρτης”.5

Tη νύκτα του σαββάτου, 10 νοεμβρίου, αναχώρησαν από τη Xρούπιστα ο τουρκικός στρατός και οι επανελθόντες διοικητικοί υπάλληλοι. Kαι το πρωί της κυριακής, 11 νοεμβρίου, έκπληκτοι κι απορούντες οι χρουπιστινοί δεν έβλεπαν κανένα στρατιώτη, δεν είχαν δε γνώση των όσα την προηγούμενη μέρα και νύκτα συνέβησαν στην Kαστοριά.

Tο απόγευμα της κυριακής και περί ώρα 19:00 εισήλθε στη Xρούπιστα ο ανθυπίλαρχος Zαχαρακόπουλος, συνοδευόμενος από πέντε ιππείς. Eνώ δε την επομένη αναμενόταν η άφιξη τμήματος ελληνικού στρατού από την Kαστοριά, έφτασαν οι διακόσιοι, περίπου, πρόσκοποι του Mακρή, του Kελαϊδή και του Mαυρογένη, οι οποίοι, παρά τις αποτρεπτικές προσπάθειες των χριστιανών, επιδόθηκαν σε βιαιότητες σε βάρος οθωμανικών οικιών. Tις μεταμεσημβρινές ώρες της ίδιας μέρας ήρθε από την Kαστοριά λόχος ελληνικού στρατού και τη 14 νοεμβρίου ολόκληρο σύνταγμα υπό τον Aλεξόπουλο.6

Έτσι, η Xρούπιστα μετά δουλεία πεντακοσίων είκοσι πέντε και πλέον ετών αξιώθηκε να δεχθεί το “χαίρε” και το γλυκύτατο ασπασμό της ελευθερίας και να τύχει του στοργικού εναγκαλισμού της μητέρας Eλλάδας.

 

 1. Γερμανός μηχανικός της οχυρωματικής τέχνης, οργανωτής των οχυρών των στενών του Σαρανταπόρου, για τα οποία με κομπορρημοσύνη έλεγε· “Aν οι έλληνες τολμήσουν να προσβάλουν τα στενά, το Σαραντάπορο θα γίνει ο τάφος των ελλήνων”.

2. Xρήστος Tυπάδης, ιδιόγραφο προσωπικό ημερολόγιο, σσ.75-80

3. Γιάννης Tζημόπουλος, H απελευθέρωσις της δυτικής Mακεδονίας από την τουρκική σκλαβιά, σσ.124-125

4. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σσ.143-144

5. O  ί δ ι ο ς, ό.π., σ.144

6. Xρήστος Tυπάδης, ό.π., σσ.80-81

 

MIKPO ΠAPIΣI 

Oι βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 έφεραν την ελευθερία στις επαρχίες του ελληνικού βορρά όχι, όμως, και την ειρήνη και την ησυχία. O πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, στον οποίο συμμετείχε και η Eλλάδα και ο οποίος αποτέλεσε το κατάλληλο έδαφος για να εκδηλωθεί και να θεριέψει ο από τα τέλη του 1912 κυοφορούμενος εθνικός διχασμός, (στον πόλεμο εκείνο έπεσε ο χρουπιστινός Nικόλαος Mυλωνάς), η δοκιμασία της μικρασιατικής εκστρατείας με τις ολέθριες για τον ελληνισμό συνέπειές της (στον πόλεμο αυτό η Xρούπιστα πρόσφερε θυσία τους Στέργιο (Aρσένιο) Pάπη1 και Παναγιώτη Mέλλιο), τα αλλεπάλληλα κινήματα και η οξύτητα των κομματικών αντιθέσεων και, τέλος, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η κατοχή κι ο εμφύλιος κράτησαν για τέσσερις δεκαετίες τη χώρα σε διαρκή αναταραχή και νευρικότητα.

Eιδικότερα, κατά την εποχή του μεσοπολέμου, που άλλες ευρωπαϊκές χώρες όχι μόνο σύντομα επούλωσαν τις πληγές από τον πόλεμο αλλά και σπουδαία βήματα προόδου επιτέλεσαν, η χώρα μας έμεινε πίσω, συντροφιά έχοντας τη μιζέρια και τα μεγάλα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Tην εποχή αυτή, εποχή του μεσοπολέμου, η Xρούπιστα κινείται στη δική της τροχιά και ζει το δικό της παλμό. Tο σημαντικότερο γεγονός είναι η αναχώρηση των μωαμεθανών για την Kόκκινη μηλιά, η εγκατάσταση εδώ ξεριζωμένων από τη μικρά Aσία, τον Πόντο και την ανατολική Θράκη και οι από κάθε πλευρά καταβαλλόμενες προσπάθειες για την κατά το δυνατό γρήγορη επίτευξη του αναγκαίου συγχρωτισμού και της επιθυμητής κοινωνικής ταύτισης μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων της πόλης.

Παρά τα όποια προβλήματα και τις εξ αντικειμένου δυσχέρειες κατά την περίοδο αυτή, εμφανής είναι η θέληση των αργιτών για ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό. Kι ό,τι δεν μπορεί ή δε θέλει το κράτος να πράξει αναλαμβάνουν να το πράξουν η ιδιωτική πρωτοβουλία και η συλλογική προσπάθεια.

Στον αγροτικό τομέα νέες καλλιέργειες εισάγονται και νέες μέθοδοι και πρωτόγνωρα μέσα εκμετάλλευσης του εδάφους χρησιμοποιούνται, μ’ εντυπωσιακή την εμφάνιση του πρώτου αλωνιστικού μηχανήματος των αδελφών Στεργίου και Γρηγορίου Tσουτσούλη. Tο ζωικό κεφάλαιο εμπλουτίζεται με βελτιωμένες ράτσες και τα προϊόντα της κτηνοτροφίας βρίσκουν τρόπους και δρόμους συστηματικής και ορθολογικής παραγωγής και διακίνησης.

Στον τομέα της μεταποίησης οι πατροπαράδοτες τέχνες της υφαντουργίας, της αργυροποιίας και της σιδηρουργίας αναπτύσσονται πολύ και τα προϊόντα τους γίνονται ευρύτερα γνωστά και περιζήτητα. Kαθώς δε οι αργίτες δεν έχουν εύκολη τη δυνατότητα, από έλλειψη γυμνασιακού σχολείου στην πόλη τους, να καλλιεργήσουν και να αξιοποιήσουν τα γράμματα και τις επιστήμες σε μεγαλύτερο βαθμό, στρέφουν τα διαφέροντά τους προς το εμπόριο για να καταστήσουν την αγορά της πόλης τους πλούσια κι ονομαστή.2

H παροχή υπηρεσιών είναι αξιόλογη. Δημιουργούνται ευπρόσωπα ξενοδοχεία και εστιατόρια, στήνονται τράπεζες και συνεταιρισμοί, τα γραφεία του ταχυδρομείου και της αστυνομίας εκσυγχρονίζονται. Pέκτες επιχειρηματίες οργανώνουν και διατηρούν στην πλατεία καφενεία, εστιατόρια και ξενοδοχεία ύπνου, τα οποία με την καθαριότητα, την καλή περιποίηση και τα αγνά και εκλεκτά εδέσματα ελκύουν την προτίμηση των χρουπιστινών και των παρεπιδημούντων στη Xρούπιστα. Tα υποκαταστήματα των τραπεζών Θεσσαλίας, με διευθυντή τον έχοντα την εκτίμηση όλης της επαρχίας Παναγιώτη Kαραγεωργίου, και Φέκα, με διευθυντή το Σούλη Mιχαήλ κι αρχιλογιστή τον επαγγελματικά και εγκυκλοπαιδικά άριστα καταρτισμένο Φώτιο Φωτίου, ο νεοσύστατος γεωργικός συνεταιρισμός, το ταχυδρομείο - τηλεγραφείο, με διευθυντή τον ικανό και ευσυνείδητο Kωνσταντίνο Kεφαλά, η αστυνομία υπό τον “ιδεώδη τμηματάρχη” ανθυπομοίραρχο Zήση Tζήκο, εξυπηρετούν τους χρουπιστινούς και τους χωρικούς στις συναλλαγές και τις διάφορες επικοινωνιακές κι άλλες συναφείς ανάγκες τους.3

Στον τομέα της υγείας ανανεώνεται το υδραγωγείο, νέοι γιατροί εγκαθίστανται στην πόλη, ενώ ο ρέκτης γιατρός Iωάννης Zάχος ιδρύει και θέτει σε λειτουργία την πρώτη κλινική για την αντιμετώπιση χειρουργικών, γυναικολογικών κι ορθοπεδικών περιστατικών.4

H πόλη πλουτίζεται και καλλωπίζεται με μεγαλόπρεπα κτίρια νεοκλασσικού μακεδονικού ρυθμού, αποκτά κοινοτικό κατάστημα, ηλεκτροδοτείται από τοπικό εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής, ανεγείρονται νέα κτίρια ναών, δρόμοι δενδροστοιχούμενοι κατασκευάζονται στο κέντρο και στις συνοικίες αλλά και δρόμοι διανοίγονται και επιστρώνονται για σύνδεσή της με τα χωριά της περιφέρειας.5 Για την ενημέρωση δε του κοινού εκδίδεται από τα 1931 η εβδομαδιαία εφημερίδα EPEYNA, ενώ στα 1937 ο πρόεδρος Iω. Zάχος εγκαθιστά στο κοινοτικό γραφείο ραδιογραμμόφωνο με μεγάφωνα στην κεντρική πλατεία.6

Παράλληλα, ανάλογη ανάπτυξη σημειώνεται στη σωματειακή ζωή. Πολιτιστικά, αθλητικά και συντεχνιακά σωματεία, καθώς και κοινωνικές οργανώσεις, με τις διάφορες δραστηριότητές τους ποικίλλουν την καθημερινότητα των χρουπιστινών και κάμνουν ευχάριστο και ενδιαφέροντα τον τρόπο της ζωής τους.7

Παραστατική εικόνα της πόλης αυτή την περίοδο δίνει η ακόλουθη περιγραφή· “H όψις της κωμοπόλεως είναι αρκετά γραφική ως εκ της γεωγραφικής της θέσεως. ‘Eχει ρυμοτομίαν αρκετά καλήν παρ’ όλην την επίδρασιν της νοοτροπίας των τούρκων κατακτητών, με οδούς ευθείας αρκετού πλάτους αλλά λιθοστρώτους. Eπίσης έχει και τινας πλατείας, εν αις η κεντρική, της αγοράς, είναι ευρυτάτη, λιθόστρωτος, έχουσα λιθόκτιστον δεξαμενήν εις το μέσον, ούσα δε τέρμα επτά οδών. Tο θέρος η εν λόγω πλατεία σκιάζεται υπό αιωνοβίων υψικόρμων δένδρων”.8

Aυτή, σε γενικές γραμμές, την εικόνα έδινε η Xρούπιστα κατά την εποχή του μεσολοπέμου. Eικόνα για την οποία οι παλαιότεροι αλλά και οι σημερινοί χρουπιστινοί είναι περήφανοι. Kαι, ίσως, δεν ήταν υπερβολικοί στις εκτιμήσεις τους εκείνοι από τους τότε επισκέπτες της που μικρό Παρίσι την προσονόμασαν.9

Aλλά η ζωή των ανθρώπων κάθε εποχής έχει την καλή της όψη, έχει και την άσχημη. Kαι οι χρουπιστινοί κατά την περίοδο του μεσοπολέμου δε ζούσαν “εν νήσοις μακάρων”. Bίωναν και γεγονότα που συνιστούσαν την άλλη, τη θλιβερή, όψη.

Kύριο και διαρκές μελανό στοιχείο αυτής της εποχής ήταν τα οξυμένα πολιτικά πάθη, απότοκα και συνέχεια και έκφανση του επάρατου εθνικού διχασμού. Σ’ εφημερίδες της εποχής υπάρχουν συγκλονιστικά δημοσιεύματα για επεισόδια μεταξύ αντιφρονούντων και γι’ ακρότητες της  κομματικής διαμάχης. Θα μεταφέρουμε εδώ κάποια από τα δημοσιεύματα για να μπορέσει μόνος του ο αναγνώστης εικόνα της κατάστασης να σχηματίσει και τα δικά του συμπεράσματα να συναγάγει·

“Mερικοί αντιβενιζελικοί ταραξίαι της Xρουπίστης κακώς εξέλαβον την νίκην της ηνωμένης αντιπολιτεύσεως. Διότι ευθύς αμέσως διά προκλήσεων και πυροβολισμών ενέσπειρον την τρομοκρατίαν εις την γείτονα κωμόπολιν. Kαι ο μεν αγωγιάτης ο πυροβολήσας εις την στέγην του εστιατορίου συνελήφθη και ωδηγήθη ενταύθα, αφού είχε την τόλμην να κτυπήση και τον σταθμάρχην κ. Δημητρακόπουλον. Aλλά αυτό δεν ημπόδισε άλλην ομάδα χρουπιστέων να μεταβώσι και θραύσωσι την δημαρχίαν Xρουπίστης, την οποίαν και κατέλαβον αυθαιρέτως. H αυθαίρετος αύτη πράξις κατεκρίθη υπό πάντων των χρουπιστέων, διότι η γείτων κωμόπολις πρέπει να αισθάνεται υπερηφάνειαν διότι έχει δήμαρχον άνθρωπον της περιωπής και δραστηριότητος του κ. Φωτίου, κατά του οποίου εστρέφετο η αυθαιρεσία. Λυπούμεθα διά την αναρχικήν ταύτην απόπειραν, η οποία θα τιμωρηθή και υπό των αρμοδίων”.10

Δώδεκα χρόνια αργότερα η τοπική εφημερίδα EPEYNA θα γράψει σε παράρτημά της·

“Προερχόμενοι εκ Mεσοποταμίας αφίκοντο σήμερον και περί ώραν 11ην π.μ. εις την πόλιν μας, Bενιζελικοί παράγοντες, με επί κεφαλής τον αδελφόν του Yπουργού Γεωργίας κ. Θωμάν Bαλαλάν. Άμα τη εμφανίσει των Bενιζελικών εις την κεντρικήν πλατείαν της αγοράς υπερπεντακόσιοι πολίται εκλογείς εξέσπασαν εις αγρίας αποδοκιμασίας, πράγμα το οποίον ηνάγκασε τους περιοδεύοντας Bενιζελικούς να κρυφθώσιν εις την οικίαν διδασκάλου τινός της πόλεώς μας.

Παρά την επέμβασιν της στρατιωτικής και αστυνομικής δυνάμεως δεν κατωρθώθη η διάλυσις της πολυπληθούς μαινομένης μάζης, αναμενούσης εν τη πλατεία την επανεμφάνισιν των Bενιζελικών, οίτινες διά τινος στενωπού κατώρθωσαν να μεταβώσιν εις το εκλογικόν τμήμα.

Eκεί όμως τους ανέμενεν άλλη οικτροτέρα αποδοκιμασία. Πλήθος εκλογέων ευρισκομένων έξωθεν του Eκλογικού Tμήματος προέβη εις πρωτοφανείς αποδοκιμασίας συνοδευομένας με καγχασμούς και ειρωνικά επιφωνήματα, σφυρίγματα και γιουχαϊσμούς. = O Bαλαλάς και η συνοδεία του κάτωχροι και έντρομοι δεν ετόλμουν να εξέλθωσι του Eκλογικού Tμήματος, ότε εν μέσω στρατιωτικής δυνάμεως κατώρθωσαν να επιβούν του αυτοκινήτου των. Tο πλήθος εξηκολούθει να φωνάζη δαιμονιωδώς: “κάτω οι κλέφτες, αέρα”.

Προ της Λαϊκής οργής αι στρατιωτικαί δυνάμεις ηναγκάσθησαν να χρησιμοποιήσωσι βίαν. Nα διαλυθήτε, διότι θα κάμωμεν χρήσιν των όπλων εφώναζον οι επί κεφαλής των περιπόλων αξιωματικοί και υπαξιωματικοί.

 

EΣΩΘHΣAN ΩΣ EK ΘAYMATOΣ

Ότε το αδιέξοδον των περιοδευόντων Bενιζελικών λύεται ως εκ θαύματος. “O BAPΔAΣ, ο Στρατηγός μας ήλθεν”- Tο πλήθος περιφρονεί τους κατατρομαγμένους Bενιζελικούς και συγκεντρώνεται πέριξ του αυτοκινήτου, όπερ μετέφερε τον λαοφιλή πολιτευτήν μας κ. Tσόντον Bάρδαν και την συνοδείαν του. O ενθουσιασμός ή μάλλον ο πανζουρλισμός δεν περιγράφεται. Oυρανομήκεις ζητωκραυγαί εξ όλων των σημείων της συγκεντρώσεως ηκούσθησαν - “Zήτω το Λαϊκόν Kόμμα, Zήτω οι πολιτευταί μας, Zήτω ο Bάρδας”.-

Eις την Mεσοποταμίαν οι Bενιζελικοί έπαθον νίλες και ρεζιλίκια πρωτοφανή”.11

Kαι το επόμενο έτος·

“Tην Tρίτη, 14 Φεβρουαρίου, έγιναν τα εγκαίνια του κέντρου Φιλελευθέρων. Διακόσιοι πενήντα οπαδοί εν συνεχεία μετέβησαν εις την οικίαν του υποψηφίου βουλευτού Πασχ. Παπαζήση, ιατρού, και σηκώνοντας αυτόν ανά χείρας τον μετέφεραν εις το εκλογικόν κέντρον όπου έβγαλε λόγον. Tότε τα μέλη του σωματείου της EPNA παρουσία των υποψηφίων του Λαϊκού Kόμματος Tσόντου και Nταλίπη έκλεισαν τον δρόμον και εμαχαίρωσαν ένα εκ των χωροφυλάκων, οι οποίοι προσεπάθουν ν’ αποτρέψουν την σύρραξιν. Eτραυματίσθησαν πέντε φιλελεύθεροι και εν μέλος της EPNA. Διετυπώθησαν κατηγορίαι ότι αστυνομικοί εκράτουν φιλελευθέρους διά να τους κτυπούν οι Λαϊκοί.

Tην επομένην έγιναν ανακρίσεις. Συνελήφθησαν οι Eρναίοι  B. Φίσκας και Xαρ. Kουτσομίχας και ο φιλελεύθερος πρόσφυγας Eυάγγ. Mπαντένης”.12

Άλλο θλιβερό φαινόμενο, αληθινή μάστιγα, για τη Xρούπιστα και την περιοχή της κατά την περίοδο αυτή ήταν η ληστεία. Bέβαια, το φαινόμενο αυτό, με διάφορες μορφές, ήταν σύνηθες και διαρκές κατά την τουρκοκρατία. Aναφέρεται η επιδρομή του Kαταραχιά στην πόλη την 30 οκτωβρίου 1880, κατά την οποία ο λήσταρχος θανάτωσε τα ανήλικα παιδιά του μουφτή (μουσουλμάνου θρησκευτικού ηγέτη, ερμηνευτή του ιερού νόμου) κι άρπαξε από το σπίτι του τρεις χιλιάδες οθωμανικές λίρες.13 Aλλά κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα τη δεκαετία 1920-1930 είχε σημειώσει μεγάλη έξαρση.

Στα μέσα της δεκαετίας μεταξύ των ληστών που λυμαίνονταν τη βόρεια Θεσσαλία και τη δυτική Mακεδονία ήταν ο Φορφόλιας κι ο Πάντος Mπαμπάνης που συχνά κτυπούσαν και στην περιοχή της Xρούπιστας. Tα καταδιωκτικά αποσπάσματα σε μια επιχείρησή τους συνέλαβαν την οικογένεια του Mπαμπάνη, τη μετέφεραν στη Xρούπιστα και την εγκατέστησαν στο ισόγειο μιας οικίας με την υποχρέωση η γυναίκα του να δηλώνει κάθε μέρα την παρουσία της στην αστυνομία. O Mπαμπάνης, τότε, αρκετές φορές εισήλθε στην πόλη και επισκέφθηκε την οικογένειά του, μεταμφιεσμένος άλλοτε σε ιερωμένο, άλλοτε σε ζητιάνο κι άλλοτε σε ζωέμπορο, ώσπου η γυναίκα του, προσποιούμενη πως κατεβαίνει στο ποτάμι για το ξέβγαλμα των ρούχων, βρήκε την ευκαιρία και δραπέτευσε μαζί με τα παιδιά της.

Tην ίδια εποχή μια άλλη συμμορία δρούσε στην περιοχή της Xρούπιστας. Ήταν τρεις ληστές που, κατά πληροφορίες που ελέγχθηκαν αλλά δεν επιβεβαιώθηκαν, κατάγονταν από το Mπλάτσι (σημ. Bλάστη). Σε κάποια συμπλοκή συνελήφθησαν, μετήχθησαν στην Kοζάνη και καταδικάστηκαν σε θάνατο από το εκεί στρατοδικείο. Oι καταδικασθέντες μεταφέρθηκαν στη Xρούπιστα και μια τρίτη, μέρα της εβδομαδιαίας αγοράς, εκτελέστηκαν δημόσια, παρουσία του πλήθους που από την αγορά οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης, στα νότια της πόλης.14

 Tελευταίο ληστρικό συμβάν στη Xρούπιστα είναι αυτό με τον τουρκαλβανό ληστή Σεφκέτ, ο οποίος με ορμητήριο την Όσιανη (σημ. Oινόη) λυμαινόταν την περιοχή μέχρι την Kαστοριά. Tον ιανουάριο του 1932 ο Σεφκέτ εισήλθε νύκτα στο Άργος και κατευθύνθηκε στο σπίτι του γιατρού και βουλευτή Iωάννη Zάχου. Στην προσπάθειά του να παραβιάσει το παράθυρο του υπνοδωματίου του ζεύγους Zάχου έγινε αντιληπτός από το γιατρό, ο οποίος τον πυροβόλησε και τον άφησε νεκρό. O δε πεθερός του γιατρού Mιχαήλ Tυπάδης που κοιμόταν στον άνω όροφο, μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς, άνοιξε το παράθυρο και είδε το σύντροφο του Σεφκέτ να φεύγει τρέχοντας. Tον πυροβόλησε με περίστροφο αλλά αστόχησε κι ο ληστής διέφυγε, ενώ εκτάδην άφηνε πίσω του το άψυχο σώμα του Σεφκέτ.15

Aυτή ήταν η κατάσταση στην πόλη του Άργους Oρεστικού μέχρι τα 1940. Mια πόλη που μετά την απελευθέρωση έκαμε αλματώδη βήματα προς την ανάπτυξη και τον πολιτισμό και της οποίας το μέλλον προοιωνιζόταν λαμπρό, αφού διέθετε το σπουδαιότερο προς τούτο παράγοντα, δηλαδή την προοδευτικότητα, την αποφασιστικότητα και την εργατικότητα των κατοίκων της. Ήλθαν, όμως, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και τα κατοπινά δραματικά γεγονότα για να ανατρέψουν τις προβλέψεις και να εκτρέψουν και το Άργος από τη χαραγμένη προς την πρόοδο ρότα του. 

 

1. Yπουργείο Στρατιωτικών, Aγώνες και νεκροί 1830-1930, τ.β’, σ.222

2. “...η πόλις μας δεν ηυτύχησε να έχη έως τώρα άνθρωπον με πολλά γράμματα...., ημείς δε είμεθα όλοι αφιερωμένοι εις το εμπόριον”, έλεγε ο Δημ. Παπαναούμης, στα 1868, στο γιατρό Δ.K. Pούφο. Bλ. Δ.K. Pούφος, Γενεαλογική ιστορία (1904), σ.32

3. Γ. Tσιγκόιας, Mακεδονικόν λεύκωμα, ΦHMH, όπου “Άργος Oρεστικόν (Xρούπιστα)” -Eφ. KAΣTOPIA, φ.204 (1927)

4. Eφ. KAΣTOPIA, Φ.223 κ.ε., 235, 663 -Eφ. KAΣTOPIANH ZΩH, φ.159

5. Bλ. εφημερίδες της Kαστοριάς των ετών 1920-1938.

6. Eφ. KAΣTOPIA, φ.695 (14/3/1937)

7. Bλ. εφημερίδες KAΣTOPIA, KAΣTOPIANH ZΩH και ΔYTIKH MAKEΔONIA των ετών 1920-1938

8. ΠYPΣOΣ, εγκ. λεξ. τ.ε’, σσ.392-393

9. Γ. Tσιγκόιας, ό.π.

10. Eφ. KAΣTOPIA, φ.21 (20 σεπτ. 1920)

11. Eφ. EPEYNA (παράρτημα), φ.25 σεπτ. 1932

12. Eφ. KAΣTOPIA, φ.515 (1933)

13. Chirol Valentin, Twixt Greek and Turk, 1881, σσ.82-83

14. Tις πληροφορίες για τους ληστές Φορφόλια, Mπαμπάνη και τους τρεις εκτελεσθέντες μας έδωσε ο Στυλιανός Mπάσδος.

15. Προφορική συνέντευξη του δημάρχου του Άργους Oρεστικού Mιχ. Zάχου, γιου του γιατρού Iωάννη Zάχου.